Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
απελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2008

Η παγιδεύτρα του Ουράνιου τόξου

Ρομαντικό διήγημα επαναπροσδιορισμού Αξιών και Ηθικής

Ξύπνησα με καλή διάθεση. Σήμερα θα είναι η πρώτη μέρα των χειμερινών μοναχικών μου διακοπών. Χωρίς τη γυναίκα μου και τα παιδιά, χωρίς τους φίλους μου, να μην ενοχλώ και να μην ενοχλούμαι. Διακοπές αναζήτησης του εαυτού μου και αρχειοθέτησης και ταξινόμησης των σκόρπιων σκέψεων μου. Άνοιξα τη μπαλκονόπορτα του δωματίου μου στο μικρό ξενοδοχείο που είχα φθάσει το προηγούμενο βράδυ. Είχα έλθει στη Πύλο αργά, και κουρασμένος όπως ήμουνα δεν διέθετα αντοχές για να ψάξω κάποιο καλύτερο κατάλυμα. Ήταν το πρώτο που συνάντησα μπαίνοντας στη πόλη, με ωραία θέα πάνω ακριβώς από το λιμάνι. Σε όλη τη διαδρομή μου από την Αθήνα έβρεχε καταρρακτωδώς.

Με το που άνοιξα τα παντζούρια, αντίκρισα ένα θέαμα βγαλμένο μέσα από τις αναμνήσεις μου. Ένα τεράστιο ουράνιο τόξο που ξεκινούσε από τη Σφακτηρία και κατέληγε στη Γιάλοβα. Αισθάνθηκα μέρος μιας φωτογραφίας -καρτ ποσταλ κάποιου παιδικού βιβλίου. Τα χρώματα του σημάδευαν ολόκληρο τον ουράνιο θόλο του Ναυαρίνου και ταυτόχρονα άφηναν ανεξίτηλα ίχνη στη ψυχή και τη διάθεση μου. Θυμήθηκα τον εαυτό μου παιδί, όταν προσπαθούσα να αντιγράψω αυτά τα χρώματα σε κάποιο μπλοκ ζωγραφικής, βλέποντας το ουράνιο τόξο πολύ ποιο συχνά τότε. Δεν μπορώ να θυμηθώ πριν από πόσα χρόνια το είδα για τελευταία φορά. Και αν εμφανίζεται στην Αθήνα, πως μπορεί κάποιος να το δεί αφού θα βρίσκεται καλά κρυμμένο πίσω από το δάσος των κακάσχημων κτισμάτων της; Ανατρέχοντας στις νοσταλγικές μου αναμνήσεις αντιμετώπισα ένα μεγάλο κενό. Οι μοναχικές μου διακοπές ξεκίνησαν υπέροχα. Ξεκίνησαν με πολύ χρώμα και ψευδαισθήσεις , που η ζωή στην Αθήνα μου τα στερεί.

Η επιλογή μου το να επισκεφτώ τη γη του Νέστορα δεν έκρυβε τίποτε το υπερβατικό, ούτε κάποια επιδίωξη αναζήτησης κάποιων κρυμμένων θαυμάτων. Δεν με οδήγησαν εκεί οι μεταφυσικές ανησυχίες μου και το κυνήγι του Άγιου Γκράαλ. Ήταν μια τυχαία επιλογή. Όταν ξεκινώ τις περιηγήσεις μου ανά την Ελλάδα φεύγω προς μία κατεύθυνση χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, αλλά με συγκεκριμένα κριτήρια. Θα πρέπει να συναντήσω και να συνομιλήσω με τη φύση, την ιστορία και τον εαυτό μου.

Και νάμαι τώρα που γράφω αυτή την ιστορία καθισμένος σε μια παρακμιακή καφετέρια , την ώρα που σουρουπώνει, απέναντι από το Κάστρο της Μεθώνης. Πίνω το μοναδικό είδος καφέ που σερβιριζόταν εκεί, φραπέ. Η Ρουμάνα ή Βουλγάρα που με εξυπηρέτησε μου δικαιολογήθηκε ότι «μηχανή ντεν ντουλεύει κύριος». Σε όλη τη μικρή διαδρομή από τη Πύλο προς τη Μεθώνη έβρεχε καταρρακτωδώς. Το Ουράνιο Τόξο το πρωί μου είχε πει ψέματα. Μα είναι δυνατόν να σε εξαπατούν οι αναμνήσεις; Είχα μαζί μου για να χαλαρώσω το βιβλίο του Πάουλο Κοέλο το «Ζαχίρ». Αν και πάνε τρία χρόνια που το είχα αγοράσει δεν είχα καταφέρει μέχρι σήμερα να το διαβάσω. Μάλλον και σήμερα όμως είναι άτυχη η ημέρα του. Το σούρουπο στο κάστρο γεννά ιδέες , ξυπνά αισθήματα, δημιουργεί εικονικές πραγματικότητες. Έπιασα το στυλό μου και το ημερολόγιο που συνήθως καταγράφω τους προβληματισμούς μου.

Προσπάθησα να ανασύρω στη σκέψη μου τη σημερινή ημέρα μετά την πρωινή μαγική έκπληξη. Προσπάθησα να ανασυστήσω με την ηρεμία τα γεγονότα που σημάδεψαν τη σημερινή μου μέρα. Συνήθως το παρελθόν διδάσκει. Μετά τις βόλτες μου στο κάστρο της Πύλου και στην ίδια την αμφιθεατρική πόλη - ζωγραφιά , με λίγες στάσεις για ξεκούραση και τσιγάρο, κατέληξα σε μια ταβέρνα στη παραλία. Δεν είχε πολύ κόσμο, άλλωστε ήταν καθημερινή και χειμώνας. Κάθησα στο πρώτο τραπέζι που βρήκα.

Και τότε την είδα. Καθόταν μόνη της στο διπλανό τραπέζι. Ήταν η νεράιδα των χρωμάτων. Ήταν η αρχαία θεά Ίριδα. Ήταν το σημάδι προειδοποίησης και ελπίδας. Ήταν η παγιδεύτρα του ουράνιου τόξου μου. Έτρωγε σιωπηλά τη σαλάτα της με μια παραμυθένια χάρη. Δίσταζα να της μιλήσω. Η μοναξιά μου κινδύνευε; ή μήπως φοβήθηκα μη προσβάλω τη δικιά της μοναξιά; Τι θα συναντήσω θαμμένο στο τέλος του ουράνιου τόξου μου; το μπαούλο με το θησαυρό; Και ποιόν θησαυρό; Αυτόν που έθαψε ο Φρεντ Αστέρ στο κύκνειο άσμα της ένδοξης καριέρας του «Κάτω από το ουράνιο τόξο» ,τον θησαυρό των αισθημάτων που όλοι τον κρύβουμε βαθιά μέσα μας και αγνοούμε την ύπαρξη του ή τον απόλυτο έρωτα; Συνέχισα να τη παρακολουθώ διακριτικά. Δεν είχε παραγγείλει ακόμη το κύριο πιάτο της και έπινε μόνο νερό. Ο καθένας βλέπει το δικό του ουράνιο τόξο, ανάλογα με το σημείο στο οποίο βρίσκεται, λέει η επιστήμη. Κι εγώ το πρωί το είδα στον ουρανό του Ναυαρίνου και το μεσημέρι στη ταβέρνα

Ήλθε ο σερβιτόρος στο τραπέζι μου. Από τις πολλές μου επισκέψεις στη περιοχή ήταν γνωστός. Με χαιρέτησε με εγκαρδιότητα αν και λίγο λυπημένος όπως μου εξήγησε αφού τα φρέσκα ψάρια που διέθετε το μαγαζί ήταν μόνο μεγάλα και για δύο άτομα τουλάχιστον. Έδρασα αστραπιαία. Απευθυνόμενος στη κοπέλα της είπα : Είμαι μόνος και από ότι βλέπω κι εσείς. Θα μπορούσαμε να μοιρασθούμε ένα σκαθάρι μιας και δεν έχετε παραγγείλει ακόμη το κύριο πιάτο σας. Αυτό δεν θα δημιουργήσει καμιά δέσμευση μετακίνησης ούτε σε μένα ούτε σε σας. Στο πρόσωπο μου εκείνη τη στιγμή που έβγαιναν αυτά τα λόγια θα έπρεπε να μου είχε μεταφερθεί όλο το κόκκινο του ουράνιου τόξου. Τελειώνοντας τις φράσεις μου αισθάνθηκα ότι θα λιποθυμήσω. Η κοπέλα με κοίταξε σιωπηλά. Μάλλον αιφνιδιάστηκε. Μπέρδεψε τα λόγια της. Όχι ευχαριστώ μου είπε. Η σαλάτα ήταν αρκετή για μένα. Άλλωστε πρέπει να φύγω. Και μετά από λίγο αφού πλήρωσε έφυγε, αγνοώντας τον χαιρετισμό μου.

Και έμεινα μόνος. Απλώς πολλαπλασιάσθηκαν οι αναμνήσεις της σημερινής μέρας. Το ουράνιο τόξο έδυσε. Αναμενόταν καταιγίδα. Έπιασα το ποτήρι με το κρασί μου και το έφερα προς το λίγο ήλιο που αγωνιζόταν να επιβιώσει στο συννεφιασμένο ουρανό. Προσπάθησα να στείλω τις αδύναμες ακτίδες του στη λευκή μου μπλούζα. Αλλά τι στ’ αλήθεια πίστεψα ότι θα δω; Προσομοίωση ουράνιου τόξου στη μπλούζα μου; Αισθάνθηκα αστείος. Πολύ αστείος. Τσίμπησα με το πηρούνι μου ένα χταποδάκι. Επανήλθα στη πραγματικότητα. Συνέχισα τη μοναχική διασκέδαση μου, χωρίς να τη σκέφτομαι πλέον. Είχε φύγει τόσο ξαφνικά και άκομψα , όπως την είχα πρωτοαντικρύσει. Δυστυχώς δεν καταφέραμε να εντρυφήσουμε σε συζητήσεις με θέματα σχετικά με τη φύση της επιστήμης, τη δημιουργικότητα, την αγάπη, τα μαθηματικά, την ευτυχία, τον θεό, την τέχνη, τις απολαύσεις, τη φιλοδοξία. Αλήθεια αυτό επεδίωκα με την άγαρμπη πρόταση που της υπέβαλα;


Μετά το φαγητό το μάλλον επεισοδιακό για τα μέτρα μου, περπάτησα προς το Κάστρο της Πύλου. Το Ουράνιο τόξο και το πρωί και το μεσημέρι μου είχε πει ψέματα. Ψιλόβρεχε. Κάθισα σε ένα χαμηλό σημείο του Κάστρου και αγνάντεψα το πέλαγος . Η βροχή άρχισε να δυναμώνει. Λίγο με ενδιέφερε. Ο Ήλιος και το νερό παράγουν τα χρώματα. Η φύση παράγει την ομορφιά. Ο απόλυτος χορός των αισθήσεων. Το μονοπάτι που συνδέει τον ουρανό με τη γη, τη μεταφυσική με τη πραγματικότητα. Ο σύγχρονος του λόρδου Βύρωνα ρομαντικός ποιητής John Keats έγραψε πως η μαγεία του ουράνιου τόξου χάθηκε μόλις το άγγιξε η επιστήμη. Ποιητική αδεία βέβαια…. Εγώ την έχασα μόλις άρχισα να σκέφτομαι, όπως μου έμαθαν να σκέφτομαι.

Και τότε την ξαναείδα. Αρκετά μέτρα κάτω μου , έξω από το κάστρο, στα βραχάκια δίπλα από τη θάλασσα. Και αυτή σαν κι εμένα με τη βροχή να τη μαστιγώνει. Κάθονταν σε μια πέτρα. Το νερό τη περικύκλωνε και την αγκάλιαζε. Βροχή και θάλασσα. Κι ο Ήλιος εκείνη. Την εστίασα με τη φωτογραφική μου μηχανή κι έκανα ζουμ. Έκλαιγε. Τη παρατηρούσα σιωπηλός. Σίγουρα δεν ήμουν εγώ ο φταίχτης. Δεν μπορεί μια πρόταση για σκαθάρι να γεννά τόση μελαγχολία, όσο άγαρμπη και να ήταν. Το ουράνιο τόξο έφερε βροχή. Βροχή από δάκρυα. Δυστυχώς δεν συμβαίνουν όλα όπως τα φανταζόμαστε ή όπως επιθυμούμε να συμβούν. Η λαμπρότητα των χρωμάτων κατέρρευσε.

Σήκωσε τα μάτια της προς τις επάλξεις του κάστρου. Ασυνείδητα έκρυψα τη μηχανή μου και σήκωσα το κορμί μου για να μπορέσει να με διακρίνει. Και με είδε. Μου χάρισε κάποιο αδιόρατο νεύμα σαν χαιρετισμό, ήθελα να πιστεύω. ¨ηταν το μοναδικό δώρο που μου χάρισε και έπειτα έπεσε στη θάλασσα. Το ουράνιο τόξο έγινε γοργόνα. Το νερό κατάπιε το ουράνιο τόξο. Και τότε αντέδρασα φωνάζοντας με όλη τη δύναμη μου. Αλλά ποιος να με ακούσει; Οι πέτρες και τα βράχια ακούνε μόνο το κύμα. Δεν ακούν τους ανθρώπους. Και όμως κάποιος με άκουσε. Ήταν ο φύλακας που έτρεξε γρήγορα κοντά μου. Τα κύματα λίκνιζαν το σώμα της, που αδυνατούσε να υποκύψει στη καταστροφή , που είχε επιβάλλει το πνεύμα της.

Ο φύλακας από το κινητό του κάλεσε την Αστυνομία τη στιγμή που και οι δύο τρέχαμε στα βράχια κάτω μας. Ενώ η απόσταση που μας χώριζε ήταν μικρή η άμεση πρόσβαση ήταν απαγορευμένη λόγω του ύψους. Κάναμε το κύκλο του κάστρου για να βγούμε από τη κύρια πύλη του. Το τρέξιμο μέσα στη βροχή με κούρασε και μου έφερε αναστολές. Τι θέλω τώρα εγώ και μπλέκω; Η ονειρική οπτασία που αντίκρισα στη ταβέρνα έγινε βραχνάς που με συνθλίβει. Με παγιδεύει όπως νωρίτερα παγίδεψε το ουράνιο τόξο. Φτάσαμε σχεδόν ταυτόχρονα με την Αστυνομία. Ο ένας από τους δύο Αστυνομικούς , νεότερος σε ηλικία από εμάς έπεσε στη θάλασσα και τράβηξε το κορμί της έξω στα βράχια. Δεν μπόρεσα να καταλάβω αν ζούσε , ξεψυχούσε ή πέθανε. Προσπάθησε να την επαναφέρει με κινήσεις τεχνητής αναπνοής και προσπάθειες για τη αποβολή του θαλασσινού νερού που είχε καταπιεί σε ποσότητες. Αισθάνθηκα ότι μάλλον κατάφερνε κάτι. Το πεσμένο κορμί άρχιζε πάλι να λειτουργεί.

Το Ουράνιο τόξο ανασταίνεται. Η βροχή σταμάτησε. Η κοπέλα προσφέρεται πάλι ζωντανή στη κοινωνία που ανήκει. Ελπίζω τώρα να ξαναδεί το παρελθόν και το μέλλον της από άλλη γωνία. Να διαβάσει τα ίδια πράγματα που της συνέβηκαν με άλλο τρόπο. Να επανακαθορίσει τα οράματα της και τους στόχους της. Να δράσει σύμφωνα με κανόνες που θα βάλει η ίδια από την αρχή. Να επιδιώξει την απορρύθμιση της. Δεν μπορώ να αντιληφθώ τις εμμονές των ανθρώπων σε μονοσήμαντα μοντέλα επιβίωσης. Γιατί τα μοντέλα που μας επιβάλλουν δεν αφορούν τη ζωή μας, αλλά την επιβίωση μας. Δεν υπάρχει μόνο φτώχια οικονομική, αλλά και φτώχια πνευματική και διανοητική. Αυτή τη δεύτερη πρέπει κυρίως να πολεμήσουμε. Γιατί δεν γίνεται ιδιαίτερα εμφανής και δρα ύπουλα και προγραμματισμένα σαν αποτέλεσμα του πραγματικού ρατσισμού που μας επιβάλλεται καθημερινά. Του διανοητικού ρατσισμού.

Γιατί δεν έχουμε μάθει να προσθέτουμε στο πραγματιστικό μοντέλο που λειτουργούμε και ένα μείγμα λίγων ονείρων μας και κάποιες σταγόνες φαντασίας; Δεν θα κάναμε τότε τη ζωή μας λίγο ποιο όμορφη; Δεν θα ξεπερνούσαμε τα προβλήματα μας δίχως ακραίες συνέπειες; Δεν θα γεμίζαμε τη ψυχή μας με τα χρώματα του ουράνιου τόξου;

1 σχόλιο:

frank είπε...

ωδή καθ οδόν προς το κουφάρι του πλοιου.( περί Πυλίας ο Λόγος, ο γραπτος)
..Χρώμα σκουριας,χρώμα βαθύ και αιώνιο,στον Τανταλο η σκια αφιερωμένη, καντίθ,ύμνοι,τορά και βέδες, ανάκατα και μπερδεμένα στην λιμνοθάλασσα της Γιαλοβας, πέρνουν μορφή ως κορμοράνοι, καιτο γεράκι πάνω απο το ανάκτορο του Νέστορα τον Τηλέμαχο αναμένει. Καγω ως σύγχρονος ασύγχρονος μηχανισμός ανάκατα με κινητήρες τροχών οδεύω και σύρομαι,ρώτω μηχανεύομαι και σιωπώ γιατι δεν έχω πρισματικον κατοπτρον η εσωπτρον να αγναντεύω.