Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
απελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2008

Το Ταξίδι

Το ήξερα ότι ξεκινώντας το ταξίδι από την Αθήνα για τη Θεσσαλονίκη στις 10 η ώρα το βράδυ μιας Δευτέρας του Γενάρη θα ήταν μια οδυνηρή εμπειρία. Ταξίδι και μάλιστα το βράδι σε μια χώρα σαν την Ελλάδα το Χειμώνα δεν είναι και ότι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί. Και όμως το ταξίδι αυτό θα έπρεπε να γίνει οπωσδήποτε, και μάλιστα τη συγκεκριμένη ώρα με τις συγκεκριμένες συνθήκες. Στα δελτία των 8.00 άκουσα για το χιόνι που έπεφτε σε όλη την Ελλάδα. Τι ποιο σίγουρο, ότι αυτό το βράδι θα παρέλυε όλο το οδικό δίκτυο της χώρας. Όμως θα έπρεπε να φύγω. Το αποφάσισα λίγο αργά είναι αλήθεια, αλλά το ζήτημα που με απασχολούσε ήταν θέμα ζωής ή θανάτου. Όχι φυσικού , αλλά ηθικού. Δεν χωρούσε αναβολή. Η όποια αναβολή θα κατέστρεφε το ψυχισμό μου. Και στη κατάσταση που βρισκόμουνα κάθε μία έστω και μικρή αναστάτωση των συναισθημάτων μου θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για μένα.

Το περασμένο βράδι η δίωρη τηλεφωνική συνομιλία μου με τη Τζένη και μάλιστα από κινητό έληξε άδοξα. Η Τζένη μια φιλόδοξη πανεπιστημιακός που κέρδισε κάποια έδρα στο Αριστοτέλειο, μέσα σε μια μέρα εγκατέλειψε τη φωλιά μας στα Εξάρχεια και μετακόμισε στη συμπρωτεύουσα. Ακόμα και σήμερα , ένα μήνα μετά εξακολουθώ να αγνοώ τους λόγους της επιβεβλημένης κατ’ αυτήν ξαφνικής φυγής της. Εξακολουθώ να αγνοώ το πώς και τα γιατί. Ποτέ δεν μπήκε στο κόπο να μου τα εξηγήσει , αλλά ούτε και με είχε προετοιμάσει για τις αποφάσεις της. Δεν ήταν δυνατόν να κέρδισε μια πανεπιστημιακή έδρα χωρίς να τη διεκδικήσει; Το πώς και το πότε τα αγνοώ ακόμα.

Τα ερωτήματα αυτά όμως που με συνθλίβανε ένα μήνα τώρα τα έθεσα χθες στη τηλεφωνική μας επικοινωνία. Είμαι μάλλον δειλό άτομο και ο απρόσωπος και απόμακρος χαρακτήρας ενός τηλεφωνήματος αντικατέστησε την αμεσότητα της προσωπικής επαφής. Μιας επαφής άλλωστε πολύ κοντινής αφού η Τζένη ήταν κοντά μου το σαββατοκύριακο της περασμένης εβδομάδας. Αλλά η έμφυτη δειλία μου και ενδεχόμενα ο ερωτισμός που εξέπεμπε, με αποπροσανατόλισε και με απομάκρυνε από το να αναζητήσω τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που δεν έθεσα δια ζώσης. Τα ερωτήματα όμως πολλαπλασιάστηκαν τις μέρες της μοναξιάς μου, γίνανε καταιγίδα και το ξέσπασμα εμφανίστηκε όταν το προσωπείο του δειλού που δεν ντρέπομαι να πω ότι φορούσα μέχρι εκείνη τη στιγμή, κατέπεσε στη διάρκεια ενός τηλεφωνήματος. Ενός τηλεφωνήματος- συνήθειας και όχι ανάγκης.

Τα λόγια που ανταλλάξαμε στο τέλος σκληρά. Μα το θεώρησα άδικο να κριθεί η σχέση μας από κάποια λόγια, έστω και πικρά, κατά τη διάρκεια μιας απρόσωπης επικοινωνίας, μάλλον εγωιστικής στηριγμένης στο αξίωμα δράση-αντίδραση. Μια σχέση οκτώ χρόνων θα ήταν άδικο να έχει ένα τόσο άδοξο και άκομψο τηλεφωνικό φινάλε, αποφάσισα την άλλη μέρα όταν το ξανασκέφτηκα με ηρεμία στη δουλειά μου. Ίσως να έφταιγε η αναβλητικότητα μου, αλλά αυτό θα έπρεπε να το ξεκαθαρίσω στα ίσα. Και το πήρα απόφαση. Ζήτησα άδεια από τη δουλειά μου για την επόμενη μέρα και αναζήτησα εισιτήριο για κάποιες από τις βραδινές ή πρωινές πτήσεις για τη Θεσσαλονίκη. Αλλά στάθηκα άτυχος. Το να ενταχθώ σε κάποιες λίστες αναμονής το θεώρησα μάλλον επικίνδυνο για τη ψυχική μου υγεία. Ούτε το Ιντερσίτι, ούτε το βραδινό τραίνο διέθεταν ελεύθερες θέσεις. Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ είχε ήδη φύγει.

Και νάμαι τώρα λίγο μετά τις 10 το βράδι στην οδό Δροσοπούλου με τη καταρρακτώδη βροχή να λούζει το αμάξι μου και με συντροφιά τους υαλοκαθαρστήρες που αγκομαχούσαν να προσπαθώ να εγκαταλείψω την Αθήνα. Στην Εθνική οδό βρέθηκα γύρω στις 11.00. Οι αμφιβολίες που γεννήθηκαν μέσα μου σε κάθε σταμάτημα στα κόκκινα φανάρια μιας μεγαλούπολης που προσπαθούσε να κοιμηθεί μου δημιούργησαν μια απίστευτη μελαγχολία. Στην Εθνική μάλλον απελευθερώθηκα. Τα κόκκινα φώτα των προπορευόμενων αυτοκινήτων και τα άσπρα αυτών που προσπαθούσαν να με προσπεράσουν μάλλον με ηρέμησαν. Η ταχύτητα σε έναν σχεδόν άδειο αυτοκινητόδρομο με συνήρπασε. Ο σκέτος φραπέ που ήπια πριν φύγω είχε αρχίσει να κάνει τη δουλειά του. Αισθάνθηκα κάποιες στιγμές απελευθέρωσης. Η βροχή που μαστίγωνε τις λαμαρίνες και τα τζάμια του αμαξιού μου με συνάρπαζε.

Δεν κατάλαβα πως ήλθε στο μυαλό μου ένα διήγημα του Ίταλο Καλβίνο που είχα διαβάσει πριν αρκετά χρόνια. «Η περιπέτεια ενός αυτοκινητιστή» θαρρώ πως λεγότανε ή κάπως έτσι. Για κάποιον μεγάλο Μ. σαν κι εμένα που κάποια ίδια μέρα, ίδια ώρα, με ίδιες συνθήκες, σε διαφορετικό όμως τόπο και χρόνο κυνηγούσε σε κάποιο αυτοκινητόδρομο της γειτονικής μεσογειακής Ιταλίας τις εμμονές του. Εγώ έψαχνα τις απαντήσεις στα ερωτήματα μου και ήθελα να τις βρω στο τέλος του ταξιδιού μου. Αλλά θα έπρεπε να τις βρω ρωτώντας κάποιον άλλον. Ήμουνα αλήθεια σίγουρος ότι αυτός ο άλλος, εν προκειμένω , η Τζένη θα είχε τη διάθεση να μου τις δώσει στις τέσσερεις η ώρα το πρωί όταν αγουροξυπνημένη και προφανώς έκπληκτη θα με έβλεπε μπροστά της στην εξώπορτα του διαμερίσματος της στη Καμάρα; Και είμαι και τόσο σίγουρος ότι θα κοιμόταν μόνη της και δεν θα μου άνοιγε τη πόρτα κάποιος περίεργος μουστακαλής φορώντας μόνο το σλιπάκι του;

Σκεπτόμενος αυτά άρχισα να αισθάνομαι λίγο αστείος. Μήπως θα έπρεπε να τη πάρω τηλέφωνο και να τη προειδοποιήσω για τη ξαφνική εμφάνιση μου; Αλλά πως και μετά από αυτά που ανταλλάξαμε στο χθεσινό τηλεφώνημα; Μόνο η έκπληξη από την ξαφνική και απροειδοποίητη παρουσία μου θα μπορούσε να τις γεννήσει κάποια ψήγματα ανυπόκριτης συμπεριφοράς. Αλλά πάλι αν τη θεωρούσα τόσο υποκρίτρια τι γύρευα τα μεσάνυχτα στην Εθνική οδό να ταξιδεύω με τέτοιο καιρό ; Μήπως τελικά οι εμμονές μου με κατάντησαν τόσο αστείο στα όρια της γελοιότητας;

Στη Μαλακάσα οι νιφάδες του χιονιού αντικατέστησαν απότομα τις σταγόνες της βροχής. Δεν έβλεπα πλέον ούτε κόκκινα ούτε άσπρα φώτα. Στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης το χιόνι είχε εγκατασταθεί για τα καλά στην άσφαλτο. Παρασυρμένος από τις σκέψεις μου είχα ξεχάσει να βάλω μουσική στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου μου. Άνοιξα το ραδιόφωνο και έπιασα τον πρώτο σταθμό που βρήκα. Η νοσταλγική βαθιά φωνή του Νάτκιν Κόουλ πλημμύρισε το περιορισμένο χώρο μου. Το χιόνι άρχισε να πυκνώνει. Σκέφτηκα να σταματήσω στο Σείριο, αλλά τον προσπέρασα χωρίς να προλάβω να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου. Είχα παρασυρθεί όλη την ημέρα από τα θλιβερά οράματα μου και όταν πήρα τις αποφάσεις μου είχα ξεχάσει τα αυτονόητα. Που πάω τέτοια ώρα με τέτοιο καιρό χωρίς αλυσίδες;

Το να γυρίσω πίσω δεν ήταν και τόσο απλό. Έχοντας φυλακισμένη τη ψυχή μου θα ήταν επώδυνο και βασανιστικό. «Η περιπέτεια ενός χιονοδρόμου» σκέφτηκα. Πάλι ο Καλβίνο μπροστά μου. Προσπέρασα αφήνοντας αριστερά μου τα φώτα της Θήβας και ανέβαινα τις στροφές της Υλίκης. Άρχισα να αισθάνομαι το αυτοκίνητο να μην με υπακούει . Το χιόνι πλέον κάλυπτε ολόκληρη την άσφαλτο και στα δύο ρεύματα της Εθνικής. Το προστατευτικό διάζωμα στη μέση αποτελούσε τη μοναδική παρέα μου και το μοναδικό σημάδι που μου έδειχνε τη διαδρομή. Δήμος Οπουντίων, Μαρτίνο, Λάρυμνα η πινακίδα και το αυτοκίνητο μην υπακούοντας με, βρέθηκε ακυβέρνητο να συγκρούεται στη πλαϊνή προστατευτική μπάρα. Ευτυχώς η σύγκρουση δεν ήταν σφοδρή, αλλά βρέθηκα με το κεφάλι στο τιμόνι. Το μπαλόνι που κρυβόταν μέσα του και φούσκωσε ξαφνικά με τύλιξε σαν ένα αποκρουστικό χταπόδι. Οι θόρυβοι από τις λαμαρίνες που τσαλακώνονταν αναμιγνύονταν με τα γκαπ γκουπ που άκουγα και προέρχονταν από το πάτο του αμαξιού μου.

Άργησα να σταματήσω τελείως ή μπορεί να μου φάνηκαν αιώνας τα ενδεχομένως δευτερόλεπτα της συμφοράς μου. Η απλή χιονόπτωση είχε γίνει χιονοθύελλα πλέον. Οι νιφάδες άρχισαν να εισχωρούν απειλητικές στο εσωτερικό του αυτοκινήτου από το σπασμένο παμπρίζ. Ένας τελευταίος βρυχηθμός της ταλαιπωρημένης μηχανής του αμαξιού μου και μετά η απόλυτη σιωπή. Εκτός και αν θα μπορούσα να ακούσω το θόρυβο των νιφάδων που έσκαγαν πάνω μου. Τις αισθάνθηκα ‘όμως να με κοροϊδεύουν , τις άκουσα να γελούν με τη κατάντια μου.

Και τότε χτύπησε το κινητό μου. Δεν το κατάλαβα αμέσως. Πάνω στην απόγνωση μου το κοίταξα με φανερή έκπληξη αδυνατώντας να καταλάβω τι είναι αυτό που κουδουνίζει τόσο επίμονα. Πάνω στη σύγχυση μου απάντησα αυθόρμητα χωρίς να δω ποιος με καλεί. «Γιώργο η Τζένη είμαι. Που είσαι; Είμαι δύο ώρες τώρα έξω από το σπίτι σου στη Ζωσιμαδών και σε περιμένω μέσα στο κρύο και τη βροχή. Είσαι καλά; Πότε θα έρθεις;»

Υ.Γ. Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλους τους Γιώργους αυτής της χώρας, που κυνηγώντας χίμαιρες χάνουν τα αυτονόητα.