Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
απελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Ο καλός λύκος και τα τρία κακά γουρουνάκια

ένας επαναπροσδιορισμός των όρων: ρεαλισμός και υπερρεαλισμός.

Δεν περίμενα ότι θα συναντούσα συντρίμμια. Μούχαν πει ότι η πόλη ευωδίαζε από τα άνθη της δημιουργίας και του πολιτισμού. Μα τίποτε από τα δύο δεν συνάντησα και από τα λίγα που έχω δει μέχρι τώρα, δεν νομίζω ότι θα τα συναντήσω. Ανέβαινα με ένα νωχελικό βηματισμό ένα φαρδύ δρόμο με νησίδα στη μέση, με χρωματιστές πλάκες που υπό κανονικές συνθήκες τάξης και ασφάλειας θα έπρεπε να είναι σταθερά στερεωμένες στο πεζοδρόμιο. Ίσως σε αυτή τη πόλη να διαθέτουν άλλες απόψεις για τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, γιατί αυτές οι άτιμες, επιβεβαιώνοντας τη θηλυκή καταγωγή τους, λικνίζονταν νωχελικά κάτω από τις πατούσες των παπουτσιών μου, αδειάζοντας το ρυπαρό υπόστρωμα τους στα πρώην καλογυαλισμένα μου παπούτσια. Μάλλον προσπαθούσαν επίμονα να με ακολουθήσουν στην άσκοπη όπως αποδεικνύεται περιπλάνηση μου.

Η μελαχρινή μορφονιά με το πεταχτό κώλο, που όπως διαπιστώνω τώρα άδικα με παρέσυρε εκθειάζοντας στην αρχή της λεωφόρου την ομορφιά αυτού του παρακμιακού προαστίου, περπατά λίγα μέτρα μπροστά μου στο απέναντι πεζοδρόμιο, προσπαθώντας να ισορροπήσει με τα τακούνια της στα συνεχή παιχνιδίσματα των πλακών. Το φόρεμα της ανεβοκατεβαίνει και αυτό ανάλογα με τις διαθέσεις των πλακών. Ίσως αυτό είναι και το μοναδικό αξιοθέατο που συνάντησα μέχρι τώρα σε αυτό το τόπο. Λες σκέφτηκα, κάποιος διεστραμμένος νους αυτής της πόλης να θέλησε να προσφέρει στους άρρενες πολίτες της τα θέλγητρα που κρύβονται κάτω από τις φούστες των θηλυκών υπηκόων της; Ίσως η στερημένη φαντασία του να έχει επινοήσει και κάτι άλλο που να ευφραίνει τις γυναίκες κι εγώ αδυνατώ να το εντοπίσω, λόγω γένους. Ποιος να ξέρει;

Ο περίπατος μου συνεχίζεται και κάποιες στιγμές, αυτές που τα τακούνια της μελαχρινούλας αδυνατούν να δείξουν το πρέποντα σεβασμό στη κάτοχό τους, και σε αγαστή συνεργασία με τις πλάκες της καταρρέουσας πόλης, πρόσφεραν το πρέπον θέαμα στα κουρασμένα μάτια μου, όπως ακριβώς το οραματίσθηκε ο εμπνευσμένος σκηνοθέτης και προαγωγός της περιοχής που περιδιάβαινα. Οι λίγες στιγμές οφθαλμικής και ψυχικής ανάτασης δυστυχώς διακόπτονταν βίαια με την πρόσκρουση μου σε δέντρα, κολονάκια, περίπτερα και ότι μπορεί ο καθένας να φανταστεί ότι είχε φυτέψει στα πεζοδρόμια αυτός ο εμπνευσμένος κηπουρός της πόλης.

Μάλλον, η προπορευόμενη κυρία, ήταν και το μοναδικό αξιομνημόνευτο στοιχείο της πόλης, τουλάχιστον αυτή τη στιγμή. Μη έχοντας τίποτε άλλο καλύτερο να κάνω ή να δω, τη παρατηρούσα προσεκτικά να τεντώνει σεμνά- σεμνά τη φουστίτσα με τα χεράκια της, προσπαθώντας να αποφύγει το ανασήκωμα της από τον αναιδή έντονο κυματισμό της στεριάς που περπατούσε. Άλλωστε δικαιούμουν την λάγνα αμετροέπεια μου, αφού η κυρία αυτή είχε βάλει το χεράκι της ή μάλλον το κωλαράκι της για την απαξίωση της πόλης της, αφού με παρέσυρε σε μια εκδρομή σε αυτό το τόσο θλιβερό μέρος.

Η φουρτούνα των πεζοδρομίων μας οδήγησε ή έτσι το αντιλήφτηκα προσωρινά, στο υπήνεμο λιμάνι ενός άλσους- κάστρου. Κάγκελα – κάγκελα παντού. Τζίμης Πανούσης σκέφτηκα. Κάτι μου λέει ότι ο τραγουδοποιός εδώ μεγάλωσε και εμπνεύστηκε το τραγούδι από το κάστρο που περιβάλλει το άλσος. Μα ίσως όμως είμαι άδικος. Μπορεί οι προύχοντες του τόπου να περιέφραξαν το χώρο για να τον προστατεύσουν από τους πειρατές, που μετά τη τρικυμία της περιπετειώδους προσέγγισης τους στο χώρο, θα έβρισκαν τη γαλήνη και τη νηνεμία εκεί, και γιατί όχι και τους θησαυρούς που πιθανόν να έκρυβε ή σκόπευε να συγκεντρώσει ο φύλαρχος της πόλης.

Φτάνοντας στην είσοδο του κάστρου, οποία η έκπληξις; Στο ντόκο του λιμανιού αραγμένη μια γαλέρα με μαύρες σημαίες. Μετάνιωσα αίφνης για τις δόλιες σκέψεις μου. Οι πειρατές, οι πειρατές, κι εγώ ο άτιμος κακολογούσα τους προύχοντες !!! Φέρτε μου τον αυτοκράτορα να τον προσκυνήσω και να πλύνω τα πόδια του με τα δάκρυα της μετάνοιας μου. Τον αδίκησα σφοδρά. Τον έβλαψα βάναυσα, τι κι αν τις σκέψεις μου τις κράτησα μόνο για τον εαυτό μου; Τι κι αν η γαλέρα δεν έμοιαζε και τόσο με καράβι, αλλά περισσότερο έφερνε προς το απορριμματοφόρο; Πάει και τελείωσε οι μαύρες σημαίες ήταν σημάδια πειρατών. Παρουσιάστε τον αμαρτωλό στο βασιλιά για να μετανοήσει.

Η μελαχρινή στο μεταξύ εξαϋλώθηκε, την έχασα, την πρόδωσα με την ακατάπαυστη νοητική φλυαρία μου και τις κάκιστες σκέψεις μου για τη περιοχή της. Εξαφανίστηκε σαν μια μάγισσα καλή ή κακή δεν ξέρω, που εκπλήρωσε το σκοπό της και παρέδωσε τις επιθυμίες και τις αισθήσεις μου σε κάποια άλλα θέλγητρα αυτά της τεχνητής φύσης του άλσους. Παρέκαμψα το πειρατικό του κάπταιν Τζιμ και μπήκα από την βαριά σιδερένια πόρτα στο εσωτερικό του καστρόδασους. Και τότε στο ξύλινο καφέ, που δεν διέκρινε αμέσως, αφού από το φόβο προφανώς των πειρατών είχε γίνει ένα με το φυσικό περιβάλλον, ανακάλυψα τη ξανθιά. Μόνον αυτή διακρίνονταν καθαρά , αφού το καφέ- χαμαιλέοντας ήξερε να κρύβεται πολύ καλά.

Κάθονταν σταυροπόδι σε ένα τραπεζάκι δίπλα στο συντριβάνι-λίμνη, που γέμιζε εκείνη τη στιγμή ένα βυτιοφόρο. Οποία βλασφημία !! Το κάλος δίπλα –δίπλα με την ασχήμια. Τα σκουριασμένα σίδερα ενός βυτιοφόρου συμπληρώνονταν από τη χοντρή ως ξέχειλη κοιλιά του οδηγού του που είχε αράξει βαριεστημένα σε τέσσερεις καρέκλες στο τραπεζάκι πίσω από την ξανθιά. Όραμα ήταν και πάει. Μια κακή φαντασίωση. Τα μπούτια της ξανθιάς καλλονής δίπλα- δίπλα στη βρωμερή κοιλάρα του λιγδιάρη υπηρέτη της εξουσίας. Ο Ρομαντισμός μου έστω και της μιας στιγμής ξεψύχησε. Άφησε τη τελευταία του πνοή εδώ στο δάσος της παρακμής.

Κάθισα μόνος και απομονωμένος σε ένα τραπεζάκι δίπλα από μια λεγόμενη παιδική χαρά. Έτσι νομίζω ότι θα έπρεπε να την αποκαλούσαν εδώ στη γειτονιά. Όλο και κάποια εντυπωσιακή μαμά θα ξέφευγε από τους πειρατές και θα έφερνε το μικρό της να ψυχαγωγηθεί σκέφτηκα. Αλλά μέχρι να έλθει, μήπως έφτασε εκείνη η ώρα να γράψω επί τέλους το διήγημα που είχα υποσχεθεί εδώ και κάμποσο καιρό στον εκδότη μου και το ανέβαλα συνεχώς; Έβγαλα χαρτί και μολύβι. Παρήγγειλα και τον πολλά βαρύ και όχι με τις τριανταπέντε φουσκάλες. Και μού ήρθε κάτι που έμοιαζε με το νερό του σιντριβανιού και η μία και μοναδική φουσκάλα του έσκασε μόλις μου τον σέρβιραν και μάλιστα χωρίς θόρυβο. Τουλάχιστον σκέφτηκα θα έβρισκα το θησαυρό του αυτοκράτορα, που ψάχναν και οι πειρατές αφού ο μισός καφές ήταν στο φλιτζάνι και ο άλλος μισός στο πιατάκι του.

Άρχισα να γράφω. Τα συντρίμμια της πόλης που με φιλοξενεί και τα αποκαΐδια που συνάντησα στο καστρόδασος δεν με αποθάρρυναν. Έγραψα το τίτλο του παραμυθιού. «Ο καλός λύκος και τα τρία κακά γουρουνάκια.» Επέλεξα στο να γράψω παραμύθι γιατί αυτό θεώρησα ότι αποτελεί το μοναδικό δρόμο διαφυγής μου από τη κακή πραγματικότητα που ζω εδώ , και μπορεί διαμορφώσει κάποιες επιθυμητές αξιοπρεπείς διεξόδους. Έτσι τουλάχιστον ήλπιζα. Έχοντας κατά νου τη κατάφορη αδικία που διέπραξα στον αυτοκράτορα πλησιάζοντας το χώρο που με φιλοξενεί και τις τύψεις που τώρα με περιτριγυρίζουν τον έβαλα να πρωταγωνιστεί στο παραμύθι στο ρόλο του καλού λύκου. Μα ποιος φταίει όμως για όλη αυτή τη δυσοσμία φυσική και ηθική που εκπέμπει αυτή η πόλη; Μα φυσικά τα τρία κακά γουρουνάκια, που να μην το ξεχάσω για το τέλος, να τα βάλω να φυσούν με μανία αυτό το έρημο ξύλινο μικρό σπιτάκι του καλού λύκου στο άλσος που κάποιοι κακοήθεις σαν τα τρία γουρουνάκια και άλλους κακούς το ονόμασαν κοσμικό κέντρο. Και στο τέλος- τέλος η κάθαρση, όπου ο καλός λύκος επιχειρεί την ηρωική του έξοδο, λίγο προτού γκρεμιστεί η φωλιά των ονείρων του, προσπαθώντας να καταχεριάσει τα τρία κακά γουρουνάκια που αμφισβήτησαν τη καλοσύνη και τη προσφορά του στα ζώα- υποτακτικούς του.

Υ.Γ.1 Η ιστορία είναι φανταστική. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις από την επικαιρότητα οφείλεται στη διεστραμμένη φαντασία του αναγνώστη και όχι στη θέληση του συγγραφέα να γράψει παραβολικά.

Υ.Γ. 2 Πόσο αλήθεια απέχει ο ρεαλισμός από τον υπερρεαλισμό;