Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
απελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

Η Κοινωνία των τίποτα

Δεν ξέρω αν έκανα καλά , που άκουσα των Γιώργο. Τώρα δυστυχώς, βρίσκομαι σε μία ατελείωτη ουρά και περιμένω τη σειρά μου. Η σειρά ακολουθεί και τη πορεία και τη ταχύτητα σαλίγκαρου. Κοιτάζω το ρολόι μου. Ώρα 8.30 . Με το ρυθμό που εξυπηρετούνται «οι πελάτες» με τις ποιο αισιόδοξες προβλέψεις μου θα έχω φθάσει στο γκισέ γύρω στις 9.30 . Διάφορα κοσμητικά και επιφωνήματα συνόδευσαν το Γιώργο και την ιδέα του. Τέτοια ώρα μάλλον θα κοιμάται , σκέφτηκα. Κακό ύπνο να έχει ο καρμίρης. Και όλα αυτά για να γλυτώσω 5 ευρώ.

Αφού τον ξέρω το Γιώργο γιατί πάλι τη πάτησα έτσι; Η κακομοιριά και η μιζέρια του είναι περιώνυμες. Τον χρησιμοποιώ χωρίς να τον ονοματίζω βέβαια , αφού είμαστε φίλοι από παιδιά, στις παρέες μου σαν παράδειγμα προς αποφυγή. Πάντα μαζί του ή και χωρίς αυτόν ακολουθώντας όμως τις ιδέες του τη πατάω. Η κακή αίσθηση της οικονομίας. Βάζει τον εαυτό του να παιδεύεται, και σήμερα αλλά και άλλες φορές κι εμένα, για μια αμφιβόλου αποτελέσματος οικονομία που καταλήγει σε μια τσιγκουνιά πνεύματος και αισθητικής. Οι Ενέργειες του υποδηλώνουν το φθηνό του γούστο και την έλλειψη πνευματικότητας. Και όλα αυτά με επίδειξη μιας επιθετικής αλαζονείας που ωραιοποιεί με αυτή τα μειονεκτήματα του.

Τις προάλλες είχαμε πάει μαζί για καφέ. Η επιλογή του μαγαζιού ακολουθεί πάντα τη διεστραμμένη λογική του. Θα πάω εκεί που πάνε οι νέοι. Όχι βέβαια για να θαυμάσει τα γκομενάκια , όπως ισχυρίζεται, αλλά για να πληρώσει λιγότερο το καφέ. Και ποιόν καφέ; Αυτόν που κοστίζει λιγότερο. Είχε πάει σχεδόν μια ώρα πριν από μένα και είχε καταλάβει το καλύτερο πόστο ενός ασφυκτικά γεμάτου μαγαζιού, είχε πιεί τον καφέ του και έκατσε και άλλη μια ώρα μαζί μου. Η σερβιτόροι και ο ιδιοκτήτης έριχναν κλεφτές ματιές προς το τραπέζι μας για το πότε θα ξεκουμπιστούμε. Ένοιωσα άσχημα. Ποτέ δεν ανέχομαι τις προσβολές , ούτε τα βλέμματα οίκτου και συμπόνιας. Του το είπα, μήπως πρέπει να φύγουμε , δεν αντέχω άλλο το θανάσιμο βλέμμα του ιδιοκτήτη, μήπως θα έπρεπε να παραγγείλουμε και κάτι άλλο; Αντί να μου απαντήσει φώναξε τη γκαρσόνα και παράγγειλε δύο νερά βρύσης, ώστε να έχουμε να πορευόμαστε για τις υπόλοιπες δύο ώρες που σκέπτονταν η καρμιριά του να αξιοποιήσει τη καρέκλα της καφετέριας. Κι εγώ βέβαια έφυγα, αφού πλήρωσα τα τέσσερα ευρώ που κόστιζαν οι καφέδες μας.

Μια άλλη φορά απαλλοτρίωσε από το τραπέζι το πουρμπουάρ που άφησα με τη δικαιολογία . Τι τα αφήνεις ρε μ. μήπως θα μας ξαναδούν; Αδιαφορεί για τις συνέπειες των ενεργειών του και ξεγελά τον εαυτό του με τη δήθεν καπατσοσύνη του. Και αυτά τα πληρώνει και δυστυχώς ακριβά. Του γυάλισε το μάτι η γκαρσόνα και ξαναπήγε στο μαγαζί και όπως ήταν φυσικό τον έγραψαν κανονικά. Και είχε και το θράσος να διαμαρτυρηθεί. Στις ταβέρνες και τα καφέ της γειτονιάς μας είναι κομμένος. Το δυστύχημα είναι ότι βγαίνει και από πάνω. Δεν ξαναπάω εγώ σε τέτοιου είδους μαγαζιά . Και ακριβά είναι και δεν διαθέτουν και γκόμενες αξιόλογες. Λέει σε όλους. Όσους δεν τον ξέρουν τους πείθει. Στους άλλους όμως που τον ξέρουν προκαλεί τον οίκτο.

Απεχθάνομαι να γίνομαι αποδέκτης των φιλάνθρωπων αισθημάτων του οποιουδήποτε. Όταν θεωρώ ότι δικαιούμαι κάτι το διεκδικώ. Δεν έχω κανένα γραμμένο εκεί που δεν πιάνει μελάνι και απαιτώ τη ίδια συμπεριφορά απέναντι μου και από τους άλλους. Δυστυχώς στις περισσότερες των περιπτώσεων η αισθητική δεινοπαθεί και υπερισχύει η μετριότητα. Σαν το Γιώργο υπάρχουν πολλοί. Μέσα στη μετριότητα τους προσπαθούν να αναδείξουν πλεόνασμα ευφυΐας. Αλλά ποιάς ευφυΐας; Απλά αποτελούν αντιγραφή μιας φθηνής απομίμησης ενός τίποτα. Η ευφυΐα ψυχορραγεί το τίποτε θριαμβεύει. Πόσοι όμως από εμάς μπορούμε να ξεχωρίσουμε και να απομονώσουμε αυτά τα τίποτε που επιβιώνουν στη πλάτη μας και ενίοτε καθορίζουν και τις τύχες μας;

Η κακογουστιά με μπόλικη δόση μιζέριας που καθορίζει τη συμπεριφορά του κάθε Γιώργου δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την επιβίωση της κοινωνίας των τίποτα. Η γνώση και η μάθηση έχουν εξοστρακισθεί γιατί ενοχλούν. Η αισθητική αντιμετωπίζεται πλέον στην εποχή μας σαν έγκλημα καθοσιώσεως. Μόνο ο αυτοπεριορισμός και το αυτομαστίγωμα αναγνωρίζονται σαν αποδεκτή διαδικασία. Όποιος θέλει να σκέφτεται διώκεται για παραβατική συμπεριφορά. Η κοινωνία των τίποτε δημιούργησε κανόνες για τη ποδηγέτηση των μαζών με κύριο στόχο των έλεγχο τους. Η γνώση όμως που μας στερούν είναι εχθρός των κανόνων αυτών και για αυτό μας απαγορεύουν τη γνώση. Μας απαλλοτριώνουν τις συνειδήσεις μας , μας στρέφουν στη κακομοιριά και τη μιζέρια.

Προσκυνώ στη κενότητα σου Γιώργο μου, που θεωρείς ότι σε κάνει ευτυχισμένο , ξεχνώντας όμως την αιχμαλωσία σου. Η καρμιριά σου εξυπηρετεί τους κανόνες της κοινωνίας των τίποτα και για αυτό είσαι συνυπεύθυνος και για τη δική μου ομηρία. Αποδέχτηκες τους κανόνες, πίστεψες σε αυτούς και στην ελευθερία του ανώδυνου που σου χάρισαν. Δυστυχώς για σένα δεν κρινόμαστε για αυτά που λέμε , αλλά για αυτά που πραγματικά κάνουμε. Ρώτησες ποτέ τον εαυτό σου για το τί κληρονομιά θα ήθελες να αφήσεις πίσω σου; Και αν δεν θέλεις να αφήσεις κάτι, ρώτησες εμένα που θέλω ή τους απογόνους σου που θα ζήσουν σε μια κοινωνία που την επέλεξες εσύ για αυτούς;

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

Ποιές υποθήκες κληρονομούμε στα παιδιά μας;

της Μαρίας Νικολοπούλου

Η Μαρία είναι κόρη βιοκαλλιεργητή και παρουσίασε το κείμενο που ακολουθεί στη περσινή γιορτή του βερίκοκου που πραγματοποιήθηκε στη περιοχή της

Με λένε Μαρία. Γεvνήθηκα και μεγαλώνω στο Πάσιο, ένα χωριό σαν τόσα άλλα στην Κορινθία. Είμαι 15 χρονών. Μικρή θα πουν πολλοί, για να μας βγάζει λόγο. Συμφωνώ, μα δεν ήρθα για να σας βγάλω λόγο, απλά θέλω να μοιραστώ μαζί σας τις σκέψεις μου και τις ανησυχίες μου, απλά θέλω να με ακούσετε, απλά ελπίζω έστω και έτσι να έχω την ψευδαίσθηση ότι θα επηρεάσω, έστω λίγο, τη λήψη αποφάσεων του κοινωνικού συνόλου, αφού το μικρό της ηλικίας μου δεν μου επιτρέπει με άλλο τρόπο τη συμμετοχή στα κοινά.
Έχω ακούσει πολλές φορές τους Αθηναίους να παραπονιούνται για τον αέρα που αναπνέουν, να ανησυχούν για τα παιδιά τους, να μας ζηλεύουν για την ποιότητα της ζωής μας .. Στην αρχή τους συμπονούσα κι αισθανόμουν τυχερή που μεγάλωνα σε χωριό. Στην αρχή βέβαια, γιατί μετά είδα. Τι είδα; Θα σας πώ.
Είδα τα ζεστά πρωινά του Καλοκαιριού ένα σύννεφο να σκεπάζει τον ορίζοντα του νομού μας. Όταν ρώτησα τι είναι αυτό μου είπαν μην ανησυχείς ραντίζουν τα σταφύλια με δηλητήρια. Δεν ανησύχησα.
Είδα να μην πίνουμε το νερό της βρύσης μας και να κουβαλάμε από μακριά νερό με μπετόνια. Όταν ρώτησα γιατί μου είπαν μην ανησυχείς απλώς είναι μολυσμένο από τα νιτρικά. Δεν ανησύχησα.
Είδα κάποιους εργάτες να λιποθυμούν στα κτήματα, είδα να μου απαγορεύουν να κόψω ένα ροδάκινο από το δέντρο για να το φάω, είδα την αποθήκη μας γεμάτη νεκροκεφαλές σκαλισμένες πάνω σε διάφορα μπουκάλια, είδα αγρότες νευρικούς και ντυμένους σαν αστροναύτες να πηγαίνουν να ραντίζουν...
Και το κακό είναι ότι δεν είδα μόνο, άρχισα να διαβάζω κιόλας. Να διαβάζω για την ερημοποίηση που απειλεί να μετατρέψει τη νότια Ελλάδα σε Σαχάρα, να διαβάζω για την μόλυνση των υδροφόρων οριζόντων, για ολόκληρα χωριά στην Κρήτη που ιατρικές μελέτες έχουν αποδείξει πως οι καρκινογενέσεις και οι τερατογενέσεις έχουν αυξηθεί κατά 300% λόγω των φυτοφαρμάκων. Να βλέπω στην τηλεόραση ρεπορτάζ για τα δηλητήρια που φτάνουν στο πιάτο μας, για αγρότες που πέθαναν από τα φυτοφάρμακα.
Και με συγχωρείτε, αλλά πια ανησύχησα. Δεν ξέρω για σας αλλά εγώ ναι ανησύχησα. Ανησύχησα για μένα, για τον πατέρα μου, τους φίλους μου, τα παιδιά που θα φέρω
/..., ι ~ •. ι .• ι .• \ • ι
κάποια στιγμή σ' αυτό τον κόσμο μα πάνω από όλα ανησύχησα για τον τόπο μου. Για ένα τόπο που δεν ανήκει σε κανέναν μας, απλά τον δανειζόμαστε από τα παιδιά μας.
Σκεφτείτε το λίγο αυτό ... λίγο. Τον δανειστήκαμε απ6 τα παιδιά μας .Με ποιο δικαίωμα τον καταστρέφουμε; Με ποιο δικαίωμα;
Άραγε δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καλλιεργήσουμε τη γή μας; Δεν υπάρχει τρόπος να συνεργαζόμαστε με τη φύση και όχι να κηρύσσουμε πόλεμο εναντίον της. Ένα πόλεμο που χρόνια τώρα τον χάνουμε, ένα πόλεμο παράλογο, χωρίς τέλος, ενάντια σε εχθρούς που ούτε καν τους γνωρίζουμε. Οι περισσότεροι από σας είμαι σίγουρη έχετε κάνει ατέλειωτα ραντίσματα για πλήθος εχθρών στη βερικοκιά και στις άλλες καλλιέργειες, Ειλικρινά ας σηκώσουν το χέρι όσοι τους έχουν δει με ένα μεγεθυντικό φακό στο κτήμα τους, έστω όσοι έχουν δει μια φωτογραφία τους σε ένα γεωργικό περιοδικό. Είναι δυνατόν να κερδίσεις μια μάχη ενάντια σε ένα εχθρό που δεν ξέρεις πως είναι, πως πολλαπλασιάζεται, πως ζει;
Ποιος από μας θα πέταγε μια χειροβομβίδα στο σπίτι του για να σκοτώσει ένα κουνούπι που τον ενοχλεί; Γιατί αυτό κάνουμε, βομβαρδίζουμε στην κυριολεξία τα χωράφια μας με χημικά που όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο είναι πιο επικίνδυνα από τις χειροβομβίδες; Γιατί; Για 'Τον απλούστατο λόγο ότι αυτά δεν κάνουν κρότο, σκοτώνουν
όμως το ίδιο και όχι μόνο για την ημέρα που τα χρησιμοποιείς αλλά και για καιρό μετά. Μόνο που δεν σκοτώνουν αμέσως αλλά σιγά-σιγά και ύπουλα. Και το χειρότερο από όλα κανείς μας δεν ξέρει τι είναι τα φυτοφάρμακα. Πως δρουν, τι βλάβες προξενούv, πώς να προφυλασσόμαστε από αυτά και εμείς και αυτοί που καταναλώνουν τα προϊόντα μας.
Θα μου πείτε; Ποια λύση υπάρχει; Είμαι λίγο μικρή για να δώσω λύση σε τόσο σοβαρά θέματα. Όμως είμαι αρκετά μεγάλη για να κάνω κάποιες διαπιστώσεις .
. Διαπίστωση πρώτη: Οι εχθροί και οι ασθένειες των φυτών παρά τα ραντίσματα δεν μειώνονται, αντίθετα πολλαπλασιάζονται, με αποτέλεσμα να ραντίζουμε κάθε χρόνο με όλο και ισχυρότερα φάρμακα και μάλιστα για πρωτοεμφανιζόμενα προβλήματα.
Διαπίστωση δεύτερη: Ο πατέρας μου έπαψε να ραντίζει για τον κακό ανθονόμο και τον κακό τετράνυχο και «ώ του θαύματος» τα δένδρα δεν ξεράθηκαν και ούτε ο καρπός είχε πρόβλημα. .
Διαπίστωση τρίτη και τελευταία και ίσως και σημαντικότερη: Όλες οι προηγμένες χώρες συνεχώς αυξάνουν το ποσοστό των βιοκαλλιεργειών τους. Αυστρία, Ιταλία Ισπανία, Γαλλία, ΗΠΑ. ακόμα και η Αργεντινή με την Τουρκία βρήκαν διέξοδο στην παραγωγή τους με αυτό τον τρόπο καλλιέργειας. Εμείς γιατί όχι, εμείς γιατί αντιστεκόμαστε;
Δεν ήρθα να σας κάνω μάθημα, η ηλικία μου και οι γνώσεις μου άλλωστε δεν μου το επιτρέπουν. Απλώς αναρωτιέμαι και σας ζητώ να αναρωτηθείτε μαζί μου.
Τι; Κάτι πολύ πολύ απλό. Έχω δικαίωμα σα νέος άνθρωπος να ονειρεύομαι μια καλλίτερη ζωή; Έχω δικαίωμα να θέλω να ζω σε ένα τόπο καθαρό χωρίς τα δηλητήρια να καίνε τα σωθικά μου, έχω δικαίωμα να πίνω καθαρό νερό από τη βρύση του σπιτιού μου, έχω δικαίωνα να μην αγωνιώ κάθε φορά που βλέπω τον κόσμο να ετοιμάζεται για τα χωράφια λες και πάει στον πόλεμο, έχω δικαίωμα. να τρέχω ανάμεσα στα δένδρα χωρίς να κινδυνεύω να λιποθυμήσω;
Και επειδή ανάμεσά σας βλέπω και βουλευτές και δημοτικούς άρχοντες τους κοιτώ στα μάτια και μιλώντας εξ ονόματος όλων των νέων της Κορινθίας τους ρωτώ: Zητάμε πολλά; Μήπως δεν μας αξίζουν;