Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
απελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2008

Ένα παιδί ταξιδεύει…

Θύμισες και όνειρα μιας άλλης, αλλά όμως ίδιας εποχής

Η υγρασία στη πόλη του Βόλου, πέντε η ώρα, το πρωί σε πιρούνιαζε για τα καλά. Ο ήλιος θα καθυστερούσε ακόμη να γλυκάνει με τη παρουσία του το ανοιξιάτικο αυτό πρωινό. Η άμαξα μας περίμενε έξω από το σπίτι. Τα χαιμαλιά του αλόγου κροτάλιζαν καθώς αυτό κουνούσε το κεφάλι του. Τα φανάρια δεξιά και αριστερά στο μπροστινό μέρος της άμαξας μας βοήθησαν να βάλουμε τα μπαγκάζια μας στη θέση δίπλα στον αμαξά . Βοηθώντας το μικρό αδερφό μου βολευτήκαμε με δυσκολία λόγω του βίαιου πρωινού μας ξυπνήματος. Οι γονείς μας κάθισαν απέναντι και το μικρό μας ταξίδι προς το σταθμό του τρένου μόλις ξεκίνησε.

Η σούστα έτριζε στους έρημους δρόμους της πόλης γεμίζοντας με τους ήχους της τα κενά από το διακοπτόμενο κλοπ κλοπ των πεταλωμένων ποδιών του αλόγου. Οι ρομαντικοί θόρυβοι κάποιες στιγμές διακόπτονταν από τη βιαιότητα που το καμουτσί από βούνευρο πλαταγίζοντας στον υγρό αέρα του πρωινού πλήγιαζε τα καπούλια του ζώου. Ντίμι ντορή ούρλιαξε ο αμαξάς στη παρατήρηση του πατέρα μου ότι αργούμε και θα χάσουμε το τρένο. Και δώστου καμουτσικιές στο άλογο. Ένοιωθα τη ψυχή μου να πληγώνεται από τα χτυπήματα, τη καρδιά μου να σκιρτά από την άγρια πραγματικότητα της καθημερινότητας.

Θυμήθηκα τον Φαέθωνα που με την άμαξα του που την έσερναν τέσσερα φτερωτά άλογα προσπάθησε να ταξιδέψει στον πατέρα του Ήλιο για να μάθει την αλήθεια για τη καταγωγή του. Την αναζήτηση της αλήθειας τη πλήρωσε με τη ζωή του. Το ντιγκ ντογκ από το ποδοκίνητο καμπανάκι του αμαξά με επανέφερε στη πραγματικότητα. Οι σκέψεις και οι συνειδησιακές μου ενστάσεις χάθηκαν μέσα στην ομίχλη του πρωινού. Ο θόρυβος που έκαναν οι τροχοί προσπαθώντας να ξεπεράσουν τις λακκούβες των χωματόδρομων με επανέφεραν για τα καλά. Μάλλον ξύπνησα και κατάφερα να δω μέσα στην αχλή το φωτισμένο κτίριο του σταθμού καμιά κατοσταριά μέτρα μπροστά μας. Κατάφερα να δω και τη κίνηση της πόλης που από το σπίτι μέχρι εδώ. ενώ μέχρι τα τώρα έδειχνε να κοιμάται μαζί με τους ανθρώπους της. Άμαξες που έρχονταν και φεύγαν. Κόσμος που ξεφόρτωνε και κουβαλούσε. Άνθρωποι και ζώα σε ένα ατέλειωτο πανηγύρι έντασης και άγχους.
Η οτομοτρίς ήταν εκεί και μας περίμενε. Ο πατέρας μου όπως συνήθιζε είχε από μέρες βγάλει τα εισιτήρια. Δεν ήταν άνθρωπος της τελευταίας στιγμής. Το κάθε ταξίδι μας ήταν μια γιορτή που η προετοιμασία της ξεκινούσε αρκετές μέρες ποιόν πριν. Μέρες γεμάτες χαρά και άγχος στην ίδια δοσολογία. Είχα το παράπονο από μικρός να δω τον τρόπο που αγόραζε τα εισιτήρια. Πάντα είχε αυτά τα καφέ καρτελάκια από μέρες , όπου ένας περίεργος με καπέλο και στολή που έμοιαζε με αξιωματικό, ενός άλλου στρατού, μέσα στο τρένο τα τρυπούσε με κάτι που έμοιαζε με πένσα. Το μόνο που μπόρεσα να διακρίνω ήταν μια ατέλειωτη ουρά σε κάτι που έμοιαζε με περίπτερο και υπέθεσα ότι εκεί γινόταν το αλισβερίσι χρημάτων και εισιτηρίων.

Όπως πάντα φτάνοντας στη θέση μας, ξεκίνησε η μάχη με τον αδερφό μου για τη θέση δίπλα στο παράθυρο. Πάντα κέρδιζα βέβαια τη θέση που έβλεπε προς τη κατεύθυνση της διαδρομής μας. Πάντα αυτός κέρδιζε την θέση απέναντι μου που έβλεπε προς τα πίσω, αλλά και αυτός σε παράθυρο. Θα είχα τώρα να υποφέρω στην αρχή του ταξιδιού τα ξεσπάσματα της τσατίλας του, που θα εκδηλώνονταν με αρκετές κλωτσιές στα καλάμια μου, δήθεν προερχόμενες από το κούνημα του τρένου. Ας είναι όμως, είχα κερδίσει κάποιες στιγμές απόλυτης απόλαυσης με τον ιδρώτα μου, αλλά και λίγο πόνο.

Σα τετραμελής οικογένεια είχαμε όλοι βολευθεί σε μια τετράδα αντικριστών θέσεων και εν μέρει διατηρούσαμε την ησυχία μας, αν μπορούσε να ειπωθεί κάτι τέτοιο μέσα σε αυτόν τον πανζουρλισμό και την υστερία που επικρατούσε μέσα κι έξω από το τρένο. Ο πατέρας του Φαέθωνα άρχισε να ξεμυτά ντροπαλά χαρίζοντας μου ένα μικρό φως, που προσπαθεί με πολύ κόπο να ξεπεράσει τους αχνούς της υγρασίας και τα σκοτάδια των ψυχών των ανθρώπων και των ζώων που στοιβάζονται σε κάτι που λέγεται μέσο μαζικής μεταφοράς. Άνθρωποι βασανισμένοι, πάπιες και κοτόπουλα, γάτες και σκύλοι, όλοι μαζί και μόνοι περιμένουν ανυπόμονα σαν σε ρωμαϊκή αρένα το σφύριγμα του σταθμάρχη για την αναθέρμανση των ελπίδων και των οραμάτων τους.

Ο Στρατηγός με το στρόγγυλο ταμπελάκι όρθιο στο χέρι σφυρίζει. Η οτομοτρίς ξεκινά αγκομαχώντας. Βόλος- Καλαμπάκα έγραφε απέξω. Το ταξίδι μου για τη Καρδίτσα ξεκινά. Οι ετοιμασίες μιας βδομάδας για την οικογένεια βλέπουν καθαρά πλέον τον προορισμό τους. Εγώ θέλω να συναντήσω τις εμμονές μου στα πρόσωπα των θειων μου και στα παιχνίδια με τα ξαδέλφια μου. Το κούνημα με νανουρίζει αλλά δεν κοιμάμαι σαν τον αδελφό μου. Ευτυχώς γλυτώσανε τα καλάμια μου. Το πρόσωπο μου κολλημένο στο τζάμι τρέμει στο ρυθμό που μου επιβάλλει το τρένο. Το φώς του ήλιου που αρχίζει να ανακτά τη δύναμη του, μου δίνει τη δυνατότητα να αντικρίζω εικόνες που τροφοδοτούν τη φαντασία μου και ενισχύουν την απομάκρυνση μου από το εσωτερικό περιβάλλον. Η ομαδική ψυχοθεραπεία δεν μου ταιριάζει.

Αφήνουμε τα τελευταία σπίτια της πόλης με τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα που τρέχουν όπως όπως για τις δουλειές τους. Οι λίγες άσφαλτοι και οι χωματόδρομοι αντικαθίστανται από τα χωράφια και τους καρόδρομους. Τα στάχυα σα χλόη ακόμα και τα καπνά παίρνουν τη θέση των σπιτιών. Ο Θεσσαλικός κάμπος ξεκινά. Τα βόδια, τα γελάδια και τα πρόβατα παίρνουν την θέση των ανθρώπων. Το τρένο ξεφυσά σε αυτή τη θάλασσα του πράσινου. Οι στάσεις συχνές. Κόσμος ανεβαίνει και κατεβαίνει. Οι στρατηγοί των σταθμών διαδέχονται ο ένας τον άλλο. Η φύση ασφυκτιά κάτω από το βάρος των συνειδήσεων μας. Η μοναξιά της ενοχλείται από την αναίδεια μας. Παράθυρα ανοίγουν. Τσιγάρα ρίχνονται έξω, χαρτιά και περιτυλίγματα ψάχνουν τον προορισμό τους σιμά στη γραμμή του τρένου. Κόκαλα από τα παιδάκια και τα κοτόπουλα αναζητούν τους σκύλους του κάμπου.

Ποτέ δεν κατάλαβα στα συχνά ταξίδια μου με το τρένο, στην ίδια πάντα διαδρομή, όλους αυτούς που ανέβαιναν στο σταθμό «Λατομείο» και κατέβαιναν στο Αερινό, γιατί θα έπρεπε να τρώνε κεφτεδάκια και κοτόπουλα στη διάρκεια μιας πεντάλεπτης διαδρομής και κατεβαίνοντας, στη καλύτερη περίπτωση να μας άφηναν σα λάφυρα τα αποφάγια τους. Ίσως να είναι η επίδειξη μετά από τόσα χρόνια στέρησης . Ίσως το τρένο να είναι ο μόνος νεκρός χρόνος της ζωής τους πριν την ολημερία στα χωράφια. Ίσως κάτι άλλο, που δεν μπορώ να το καταλάβω. Κανείς δεν μπορεί να διαβάσει το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον του κάθε ατόμου και να ερμηνεύσει συμπεριφορές. Αυτός που θα ισχυριστεί ότι διαθέτει αυτό το χάρισμα ή θεός είναι ή κάποιος μακρινός έστω συγγενής του.

Η διαδρομή συνεχίζεται, οι εικόνες παραμένουν ίδιες, οι σκέψεις αλλάζουν, τα καπνά διαδέχονται τα στάχια, τα βόδια τα πρόβατα, οι επιβάτες τους επόμενους, μα η φαντασία μου δίνει φτερά και με απογειώνει. Δεν ψάχνω να βρω τον πατέρα μου σα το Φαέθωνα, τον έχω άλλωστε δίπλα μου, αλλά ψάχνω την ακριβή θέση μου στο περίγυρο του ταξιδιού μου. Θυμάμαι το τραγούδι των ΠΟΛ που πρόσφατα άκουσα. Ψάχνω να βρω τον φίλο μου, τον όποιον φίλο μου. Η παιδεία μου και η αισθητική μου παρότι είμαι μικρός δεν μου επιτρέπουν να ξεπουλώ το ρομαντισμό μου. Τη στιγμή της συνάντησης του ορθολογισμού με το συναίσθημα και μετά το μεγάλο μπαμ της σύγκρουσης, από τα συντρίμμια αναδύεται η φαντασία και το όνειρο.

Φτάνουμε στο Δεμερλή. Με τα παιδικά μου μάτια ο απόλυτος σταθμός τουλάχιστον της περιφέρειας μας. Μα δεν είχα δει άλλους. Βλέπω δίπλα μου γραμμές, πολλές γραμμές στο πλάτωμα του σταθμού, δεν μπορώ να τις μετρήσω. Περνάει μπροστά μου ένα εμπορικό τρένο. Αρχίζω να μετρώ τα βαγόνια, μα γρήγορα απογοητεύομαι, όχι γιατί δεν ξέρω να μετράω, αλλά γιατί βαριέμαι. Αθήνα- Γευγελή, Φέρραι- Αθήνα, τα μεγάλα τρένα περνούν. Όριαν Εξπρές. Χλιδή. Εστιατόρια, κουκέτες, γυναικάρες, ποτά, έρωτες, φόνοι. Το τρένο αδειάζει. Το τρένο ξαναγεμίζει. Τους μεροκαματιάρηδες του κάμπου αντικαθιστούν οι Αθηναίοι και οι Θεσσαλονικείς. Οι φτωχοί χωριάτες της επαρχίας περιμένουμε τους πρωτευουσιάνους και τους συμπρωτευουσιάνους. Και αυτοί δεν μας χαλάνε το χατίρι. Συγχρωτίζονται μαζί μας, ίσως από ανάγκη, ίσως από νοσταλγία για τη καταγωγή τους. Οι γραβάτες και τα ταγέρ διαδέχονται τα κεφτεδάκια και τα μπουτάκια κουτόπουλου. Αλλά σκέφτομαι και γελώ όταν οι μεγαλόσχημοι κύριοι και κυρίες από τον επόμενο σταθμό στις Σοφάδες θα πρέπει να συνυπάρξουν με τα κεφτεδάκια και τα παϊδάκια που θα επανέλθουν δριμύτερα.

Οι τρεις ώρες του ταξιδιού μας, σημείο αναφοράς για τις μέχρι και τα τώρα μετά σχεδόν σαράντα χρόνια μετακινήσεις μου, σε λίγο τελειώνουν. Πλησιάζουμε στη Καρδίτσα μετά από μια σύντομη για μένα διαδοχή κοτόπουλων ζωντανών ή ψημένων και γραβατών, στους λίγους σταθμούς που απόμειναν μέχρι το τέλος της διαδρομής μας. Οι άμαξες περιμένουν υπομονετικά στο σταθμό την άφιξη της οικογένειας. Η μαμά κι ο μπαμπάς σέρνουν τις αποσκευές μας, ενώ εγώ σέρνω ένα έξαλλο αδερφό που έχοντας εγκαταλείψει από ώρα τα καλάμια μου εκτονώνεται στο πάνω από αυτά σώμα μου ρίχνοντας κλωτσιές στα μπούτια μου και μπουνιές στο στήθος μου. Η πινακίδα γράφει ΣΕΚ και κάτω από αυτή το άλογο της άμαξας που επιλέξαμε εκτονώνει την υγρή ανάγκη του τουλάχιστον για πέντε λεπτά. Η λίμνη Πλαστήρα τώρα δημιουργείται.


Υ.Γ.1 Η κοινωνία της ατομικής μετακίνησης έχει σήμερα καταργήσει ουσιαστικά τη γραμμή Βόλου- Καλαμπάκας. Όταν εταιρίες που εξυπηρετούν το κοινωνικό σύνολο μετασχηματίζονται σε ΑΕ με μόνο σκοπό να εγγράψουν στον ισολογισμό τους το κέρδος, λογικό για ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά παράλογο για δημόσιες, τότε οι θύμισες και τα όνειρα ενός παιδιού της δεκαετίας του εξήντα θα πρέπει να μας αφυπνίσουν. Ο Ρόλος του Δημόσιου τομέα θα πρέπει να επανακαθορισθεί.

Υ.Γ.2 Ποτέ δεν δούλεψα στη ζωή μου στο Δημόσιο, ούτε εξαρτήθηκε η επιβίωση μου από αυτό.

Υ.Γ.3 Οι ζωές των παιδιών μας είναι σημαντικότερες από τους τάφους των πατεράδων μας. (Κίνημα Ειρήνης του Ισραήλ)