Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
απελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Το Οδοιπορικό μιας Ψυχής.

Ένας περίπατος στο παρελθόν και το τώρα.

Η βραδιά στα μέσα Γενάρη στο παλιό λιμάνι των Χανίων ήταν πανέμορφη. Η πόλη με τα κτίρια να εκπέμπουν απαλές βενετσιάνικες οπτικές μελωδίες και γλυκείς χρωματισμούς, χωρίς την κακοπροαίρετη καταπιεστική συνεισφορά του ενεργοβόρου και συνάμα κιτς φωτισμού του καλοκαιριού, σου μετέδιδε τη σιωπηλή ηρεμία της. Κάτι λίγοι easy riders των πολύ λίγων κυβικών δεν στάθηκαν ικανοί να με απομακρύνουν από την έκσταση των στιγμών. Ούτε άλλωστε και οι φωνακλάδες αγγλόφωνοι μουσικοί ενός ροκ συγκροτήματος, που ξεφόρτωναν τον εξοπλισμό της δουλειάς τους στο διπλανό μπαρ.

Είχα τελειώσει τον εσπρέσο μου από ώρα και κάπνιζα το νιοστό τσιγάρο μου καθισμένος πρώτο τραπέζι πίστα στο λιμάνι. Υποψία καλοκαιριού στο μέσο του Χειμώνα. Είχα μόλις τελειώσει το διάβασμα της τελευταίας δουλειάς του αγαπημένου μου συγγραφέα Ορχάμ Παμούκ. Δυστυχώς παρά τις ονειρεμένες συνθήκες του περιβάλλοντος, το φως που εξέπεμπε ο πρόσφατα ανακαινισμένος παλιός φάρος του λιμανιού δεν με βοηθούσε και τόσο στην ανάγνωση. Χρησιμοποίησα το διστακτικό φως μιας λάμπας της καφετέριας. Ίσως να φταίει και η ηλικία μου.

Ο ήχος από την ξεχασμένη για χρόνια μελωδία του Aquarius που έφθανε στα αυτιά μου από τα ηχεία του μαγαζιού, μου θύμισε την αποτυχημένη μου προσπάθεια στησίματος ενός παράνομου ραδιοφωνικού σταθμού στα χρόνια της χούντας σε ένα άλλο όμορφο λιμάνι με τα μέτρα εκείνης της εποχής στο Βόλο. Το σταθμό τον ονομάσαμε Aquarius, αλλά ο βραχύς του βίος τ μας προκάλεσε και οδυνηρές συνέπειες. Τέλος πάντων εκείνη την εποχή ο κάθε ένας έκανε τον αγώνα του, όπως μπορούσε και όπως του το επέβαλλε η αισθητική του.

Η όμορφη ξανθιά με το ποδήλατο, που πέρασε δίπλα μου επέτεινε τις αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας. Αναπολώ το χθες που έζησα σε μια πόλη, που δεν τη σεβάστηκαν, καθισμένος στο ιστορικό κέντρο μιας άλλης πόλης, που εκπέμπει σεβασμό για το παρελθόν της. Δυστυχώς οι άνθρωποι ζούνε τα όνειρα και ερμηνεύουν τη ζωή γιατί τα όνειρα μπορούν και τα επιλέγουν οι ίδιοι. Πως μπορεί αλήθεια να επιβιώνει ένας ποδηλάτης σε μια Ελληνική πόλη ακόμη και εδώ στα Χανιά λίγα μέτρα ποιο πέρα από τη παλιά πόλη; Γιατί ποτέ κανένας δεν σεβάστηκε στη πατρίδα μας τις πόλεις των πολιτών και το περιβάλλον; Και η ομορφιά της ξανθιάς ποδηλάτισσας θα παραμείνει αναλλοίωτη με το πέρασμα του χρόνου;

Για να ξεφύγω από τις σκέψεις, που με γέμιζαν με μελαγχολία, πήρα το βλέμμα μου από τη ξανθιά και το έστρεψα στο τραπέζι μου. Η απόδειξη των δύο και τριάντα ευρώ αναπαυόταν νωχελικά κάτω από το ποτήρι με το νερό. Σαν να με προκαλούσε και μου έβγαζε τη γλώσσα. Τι κοιτάζεις ρε μαλάκα τη ξανθιά, αφού τελικά θα ακούσεις τον υπουργό της οικονομίας σου και εμένα τελικά θα πάρεις μαζί σου φεύγοντας από εδώ!! Εγώ είμαι αυτή που θα καλλιεργήσω τη φορολογική σου συνείδηση και θα σε μετατρέψω σε συνειδητό πολίτη, ενώ η ξανθιά θα σε πλανέψει και για να την ικανοποιήσεις θα πρέπει να κλέβεις την εφορία.

Η παχιά γάτα που περιφερόταν κάτω από τα τραπέζια κουνούσε επιδοκιμαστικά την ουρά της συμφωνώντας με τα λεγόμενα της ισχνής απόδειξης. Το ίδιο και ο ντροπαλός σκύλος που με πλησίασε ζητώντας μου χάδια. Τα δύο όμως αυτά ζώα δεν βασανίζονταν από το δικό μου υπαρξιακό πρόβλημα εκείνης της στιγμής. Να πάρει κανείς την απόδειξη ή να μην την πάρει. Κοιτάζοντας στα διπλανά τραπέζια διαισθάνθηκα ότι και κάποιοι άλλοι εμφάνιζαν τα ίδια συμπτώματα υπαρξιακής αμφισβήτησης με μένα. Αλήθεια η αξία της λεμονάδας που έπινε ο καθώς πρέπει κυριούλης δύο τραπέζια μακριά από μένα, ήταν μεγαλύτερη από την αξία του εσπρέσο μου; Γιατί πρόσεξα το συνωμοτικό τρόπο με τον οποίο υφάρπαξε την απόδειξη από το τραπέζι και την έβαλε πονηρά στη τσέπη του.

Τα αγκαλιασμένα ζευγάρια που περνούσαν από μπροστά μου δεν αντιμετώπιζαν κανένα τέτοιο ηθικό δίλημμα σαν το δικό μου. Τις αποδείξεις της αγάπης τους δεν τις έκρυβαν και ούτε σκόπευαν να τις δηλώσουν στην Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία. Τουλάχιστον μέχρι τα τώρα, από ότι ξέρω , η αγάπη δεν φορολογείται, εκτός και αν είμαι τόσο πολύ απληροφόρητος ή έχω χάσει συνέχειες μετά το καταιγισμό των οικονομικών ήξεων-αφίξεων.

Οι μαύροι αμερικανοί της βάσης της Σούδας που πέρασαν από μπροστά μου ήταν οι μόνοι τουρίστες που συνάντησα Γενάρη μήνα στη πόλη. Οι επιρροές από τη μπύρα που προφανώς είχαν καταναλώσει λίγο ποιο πριν είχαν αφήσει έντονα σημάδια στη συμπεριφορά και το περπάτημα τους. Οι κοσμοκράτορες διασκεδάζουν, αλλά και αυτοί τουλάχιστον δεν ζουν κάτω από το άγχος των αποδείξεων. Η παρέα που ακολουθούσε με το εντατικό αθλητικό περπάτημα με ανάγκασε να χαμογελάσω. Η κακεντρεχής σκέψη, που με διαπέρασε με έκανε να ξεχάσω τον φορορουφιανισμό που προσπαθούν να επιβάλλουν οι μαθητευόμενοι μάγοι της οικονομίας μας και μετέτρεψε το χαμόγελο σε γέλιο. Η παραλιακή οδός είχε μετατραπεί σε λεωφόρο των μπαϊπας. Πόσα λεφτά είχαν διαθέσει στους γιατρούς τους χωρίς να πάρουν απόδειξη; Ή μήπως τώρα τρέχαν για να τους τις ζητήσουν;

Η lounge μουσική που ακούγονταν στη καφετέρια άρχισε να με χαλαρώνει. Οι αμαρτωλές σκέψεις άρχιζαν να με εγκαταλείπουν. Η σοσιαλιστική παιδεία, που απέκτησα μετά από τόσους αγώνες, κυριαρχεί τις αισθήσεις μου. Η τάξη αποκαθίσταται. Η ακοή είναι ο πρώτος υπηρέτης της γνώσης, είχε πει κάποτε ο Θωμάς ο Ακυινάτης. Η κοινωνική μου ευθύνη αποκαθίσταται στα πλαίσια ενός υγιούς συμπονετικού συντηρητισμού. Ω κύριε, πως ήταν δυνατόν να αμφισβητήσω έστω σιωπηλά και από μέσα μου την αυθεντικότητα των σκέψεων και των προθέσεων σου!! Μετανιώνω οικτρά για αυτό και γονυπετής σου ζητάω συγνώμη. Τι μπορεί να πάθει ο άδολος και αδαής πολίτης επηρεασμένος από τη μαγεία και το κάλος μιας γειτονιάς; Ξεκινά από το όνειρο που βλέπει ζωντανό μπροστά του, αλλά στη πορεία τον εκτρέπουν οι ονειροπολήσεις του.

Για να αποφύγω τη πίεση των εμμονών μου σηκώθηκα για ένα αγχολυτικό περίπατο στη παλιά πόλη. Είναι μια συνήθεια που τη κουβαλώ πάντα μαζί μου, όταν επισκέπτομαι τα Χανιά, αφού σχεδόν πάντα η ομορφιά ετούτου εδώ του τόπου μου γεννά σκέψεις και προβληματισμούς που με πληγώνουν. Μου θυμίζουν πως θα έπρεπε να ήταν το ωραίο, πως θα έπρεπε να λειτουργεί η κοινότητα, πως θα έπρεπε να λειτουργεί η πολυπολιτισμικότητα. Αυτή τη τελευταία συνάντησα στη βόλτα μου περιδιαβαίνοντας τα σοκκάκια της παλιάς πόλης. Τη πολυπολιτισμικότητα του πατριώτη μου Ρήγα Φεραίου, τη πολυπολιτισμικότητα των ανθρώπων του μόχθου, τη πολυπολιτισμικότητα των ανθρώπων της ξεγνοιασιάς και της διασκέδασης. Το Ιδαίον Άντρο του δωδεκάθεου μαζί με τα κινέζικα φανάρια του Βούδα. Την Ορθόδοξη Μητρόπολη απέναντι από τη Καθολική. Στην ίδια νοητή ευθεία η Συναγωγή και ο μιναρές από το παλιό τούρκικο τζαμί. Συνάντησα στα στενά της το Άγιο Όρος και τα συσσίτια μιας παλιάς Χριστιανικής αδελφότητας.

Το «μουσείο της αθωότητας» του Ορχάμ Παμούκ που διάβαζα νωρίτερα ή ο ύμνος της συνύπαρξης της τουρκοκρητικιάς Σαμπά Αλτίνσαϊ με το «Κρήτη μου»; Στην οδό Καναβάρω όμως δεν συνάντησα τουρκοκρητικούς, αλλά Πακιστανούς και Αιγύπτιους να επιστρέφουν από το σκληρό μεροκάματο. Συνάντησα τα χαμάμ χωρίς νερό, και τη συναγωγή να φλέγεται. Συνάντησα τους προστάτες των μεταναστών να διεκδικούν δικαιώματα και Ελληναράδες με μουστάκια να μιλάνε για υποχρεώσεις. Η εξωτερική ομορφιά κρύβει με επιμέλεια την αξία του εσωτερικού κόσμου και μπορεί να σε ξεγελάσει. Πέραν των ιδεολογιών, των θρησκειών και των ιδεοληψιών υπάρχει και ο άνθρωπος- πολίτης. Αυτόν ποιός πατερούλης ποια αυθεντία (auctoritas) θα τον σώσει;
Προσπάθησα να αποφύγω τη τύχη που μου επιφύλασσε το πεπρωμένο μου. Αλλά όπως λένε οι ειδικοί «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον» Ο χαλαρός περίπατος, το οδοιπορικό της ψυχής μου, με οδήγησε έξω από το ιστορικό κέντρο της πόλης. Και εκεί συνάντησα μια άλλη πόλη, αυτή που συνήθισα να βλέπω παντού στην Ελλάδα. Την Ελλάδα της μιζέριας και της κακομοιριάς, την Ελλάδα της ανήθικης αισθητικής της αντιπαροχής και του ξεπλύματος. Την Ελλάδα των Αλβανών οικοδόμων και των Βούλγαρων αγροτών. Θυμήθηκα εκείνο το Δήμαρχο, που όπως έλεγαν τα κανάλια της τηλεόρασης πρόσφατα, την ώρα της λήψης των αποφάσεων στο Δημοτικό Συμβούλιο αυτός συνευρίσκονταν μετά πεταχτούλας δημοτικής συμβούλου στα υπόγεια του Δημαρχείου του, εκεί που φυλάσσονταν τα αρχεία του Δήμου. Βιασμός σαρκικός; Ποιος ξέρει; Βιασμός όμως των πολιτών και της ψυχής τους σίγουρα.