Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
απελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Ανάμεσα στα τραγούδια, αργεί ακόμα να χαράξει.

Και η ποιητική συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης.
από τον Γιάννη Νόβα

“Το σπίτι αδειανό, σβησμένη η φωτιά”,
Ακουμπισμένοι στο τραπέζι, οι τρεις τους και η Αλίκη.
Την μοίρα του σπιτιού συζήταγαν, σαν να ήτανε δικό τους.
Να το γκρεμίσουν πρότειναν ο Θάνατος μαζί και ο Ιδιώτης.
Κι εγώ σιωπηλός, σκεφτόμουνα:
Ποιος θέλει σπίτι αδειανό, ψυχρό;
Ποιος θέλει τάφο έρημο και μόνο;

Μα η Αλίκη φωτιά ζητούσε,
Όχι το τζάκι να ανάψει, μα το έρμο σπίτι να κάψει.
Μην ψάχνεις την φωτιά,
Μην ψάχνεις λάδι, είναι νωρίς ακόμα.
Περίμενε, περίμενε την μυστική ώρα,
Την μέρα της μεγάλης μάχης.

Αντίκρυ τότε στην φωτιά θα κάτσουμε,
Και στον καθρέφτη του προσώπου σου, θα αγγίζω φλόγες.
“Τι ποιο όμορφο σ’ αυτή τη ζωή, απ’ τη λάμψη των δικών σου ματιών”.

Όσο κρατάει η φωτιά,
όσο παίρνει η θέρμη να ημερώσει το σκληρό σίδερο.
“Φίλα με πάλι φίλα με, ξημέρωσε με σε ένα ταξίδι ερωτικό.”
Τα φιλιά σου παραθυρόφυλλα και μαχαιριές.
Δεν τα αντέχω.
Πονώ και πέφτω. Ξεφουσκώνω. Μαζεύομαι. Μικραίνω. Αποσυντίθεμαι.

Ανάσταση θα πεταχτώ, βίαιος αέρας θα πνεύσω,
“Μέσα στο κορμί σου να κρυφτώ”.
να θυμηθώ την μητρική αγκαλιά, το σπίτι μου, τη γη.

Τάφος το πρώτο μου το σπίτι και επιστρέφω.
“Γύρω μου οι σκιές έχουν παγώσει και έχω μείνει με το χέρι απλωμένο”.
Ζητιανιά ζητώ και δίνω έλεος.
Αγάπη ζητώ και πουλώ τις αλήθειες,
καθρεφτάκια και ελιξίρια.
“Σε ονειρεμένες πολιτείες με φωτισμένους αρχηγούς,
και με δασκάλους που γνωρίζουν τα μυστικά και τους χρησμούς”.

Όλοι οι χρησμοί εκπληρώθηκαν, εκτός από τον δικό σου.
“Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο, εσένα που αγαπώ τόσο πολύ”,
Σε πούλησα φτηνά και ψεύτικο στεφάνι, χωρίς λόγο σου φόρεσα.
Νύχτα σε διαπόμπευσα, στους δρόμους της πόλης.
“Τα αστέρια από ψηλά μας βλέπουν σιωπηλά τη νύχτα αυτή που στάθηκε ο χρόνος”.
Παρκάρουν όπως οι αργόσχολοι περίεργοι στα παγκάκια,
Και περιμένουν….
“Περιμένουν πληρωμή … Από μια άδεια καρδιά και ένα άδειο κορμί”.
Στην είσοδο του τάφου, περιμένουν την Ανάσταση.

Μετά Αλίκη να το κάψεις το σπίτι.
Κάψ’ το με αλήθεια να γίνει φως.
Όνειρο και σκιά, να φύγεις γρήγορα μακριά και να ξεχαστείς,
όπως και εγώ σ’ αγάπησα και με ξέχασα.

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Αργεί ακόμη να χαράξει….

Η φιλοσοφία σκοτώνει το ρομαντισμό;

Το σπίτι αδειανό, σβησμένη η φωτιά…. ακούγεται ο Διονύσης από τα ηχεία. Ο Γιάννης κάθεται μόνος στο μεσαίο σκαμπώ του μπαρ ψιλοκουβεντιάζοντας με την Αλίκη. Η φωτιά ανασταίνεται, σιγά- σιγά θεριεύει , ο καλλιτέχνης που τραγουδά έχει άδικο γιατί δεν βλέπει, δεν αισθάνεται το πάθος της στιγμής που ζουν ο Γιάννης και η Αλίκη. Άλλωστε όταν έγραφε το τραγούδι μπορεί το πάθος να ήταν είδος σε ανεπάρκεια ή να φωτογράφιζε στιγμές καθήκοντος. Ποιος ξέρει μόνον ο ίδιος και ίσως ούτε αυτός. Η μία μέσα από το μπαρ και ο άλλος απ’ έξω. Ο τραγουδοποιός δεν ξέρει για το πάθος, αλλά ποιος θα μπορούσε να ξέρει με βεβαιότητα αυτό που κρύβουν οι ψυχές των ανθρώπων. Αισθάνονται και οι δύο το ίδιο ή η φλόγα γέρνει μονόπατα;

Ο Γιάννης πίνει το χυμό πορτοκάλι με αργές ρουφηξιές, ρουφώντας όμως άπληστα τα λόγια της Αλίκης. Θέλει να πιστεύει ότι δεν είναι επαγγελματικά σαν αυτά που θα πει και σήμερα, όπως τις πριν και τις επόμενες μέρες στους ενοικιαστές των υπόλοιπων σκαμπώ του μπαρ. Τουλάχιστον πάθος που συντηρεί αναμμένη τη φωτιά, έστω και από την μια μεριά υπάρχει. Ο γιατρός μέχρι να ξεκαθαριστεί το πρόβλημα του με την αυξημένη πίεση , ήταν κατηγορηματικός. «Γιάννη πρέπει να ξεχάσεις το αλκοόλ». Για αυτό κι ο Γιάννης εκτονώνει τη δίψα του σε πορτοκαλάδες και χυμούς.

Τι ποιο όμορφο σ’ αυτή τη ζωή, απ’ τη λάμψη των δικών σου ματιών… σκέφτεται ο Γιάννης φωναχτά μέσα από τη φωνή των Ριφιφί που ακούγονται στα ηχεία του μπάρ. Η Αλίκη εδώ και λίγη ώρα προσπαθεί να του εξηγήσει τη γνώμη της για τα τελευταία γεγονότα με τους κουκουλοφόρους στο κέντρο και τα προάστια της Αθήνας. Φίλα με πάλι φίλα με, ξημέρωσε με σε ένα ταξίδι ερωτικό….. συνεχίζει ξεδιάντροπα η τραγουδίστρια. Οι κουκουλοφόροι εκφράζουν τα αδιέξοδα μιας νεολαίας, που τώρα αφυπνίζεται και προσπαθεί να αντισταθεί επιμένει η Αλίκη. Μέσα στο κορμί σου να κρυφτώ… ακούει ο Γιάννης.

Τα τσιγάρα των δυό μοναδικών θαμώνων του μαγαζιού έχουν αρχίσει να κάνουν την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Η Αλίκη έφυγε από τη θέση της στο πίσω μέρος της μπάρας για να ανοίξει τη πόρτα. Με το που άνοιξε τη πόρτα ο Γιάννης αισθάνθηκε τη ψυχή του να φεύγει μαζί με το καπνό των τσιγάρων. Μα του επέστρεψε ξαφνικά παρέα με το Νίκο το κολλητό του που μόλις έμπαινε στο μαγαζί. Η Αλίκη ακόμη στη πόρτα, μόλις τον είδε δεν αισθάνθηκε και τόσο ευτυχισμένη με τη ξαφνική παρουσία του. Ο Νίκος την φόβιζε, την ενοχλούσε το διεισδυτικό του βλέμμα, η αδιακρισία της συμπεριφοράς του, ο τρόπος έκφρασης του πάντα με ερωτήσεις και ποτέ με θέσεις ξεκάθαρες για τα πιστεύω και την όποια φιλοσοφία του.

«Προτιμώ να πληρώνω για να εξασφαλίζω την ηρεμία της μοναξιάς μου παρά να με πληρώνουν με αντίτιμο τη θλιβερή παρουσία τους» της είπε μια μέρα την ώρα που έπινε σιωπηλός το ουίσκι του, μόνος στον πάγκο, όταν αυτή τόλμησε να του ανοίξει κουβέντα. Από τότε δεν τόλμησε να τον ξαναπλησιάσει, αν και όσες φορές είχε επιχειρήσει να τον πλησιάσει έφευγε μετανοιωμένη. «Απορώ πως ο γιάννης τον ανέχεται» Σκέφτηκε. «Ο Γιάννης, αχ! Ο Γιάννης, γιατί να έχω ανάγκη τα λεφτά αυτής της σκατοδουλειάς ; ».

Οι δυό φίλοι αγκαλιάστηκαν με θέρμη και κάθισαν σε διπλανά σκαμπώ. Η Αλίκη γύρισε στη θέση της και σέρβιρε στο νεοφερμένο το τεσσάρων αστέρων κονιάκ με τα δύο παγάκια που ήξερε ότι μόνιμα έπινε. Οι προηγούμενες στιγμές που πέρασε μόνη με το Γιάννη της είχαν δώσει μια σιγουριά και αυτοπεποίθηση και που η ίδια δεν κατάλαβε πως ξεστόμισε τα λόγια αυτά απευθυνόμενη στο Νίκο. «Ο ηρωισμός και η τρέλα απέχουν τόσο κοντά όσο το πάχος μιας τρίχας, αναρωτιέμαι ποιος από τους δυό σας είναι ο ήρωας και ποιος ο τρελός;»

« Ήρωας είναι ο φίλος μου, που σε ανέχεται και τρελός είμαι εγώ που δεν αντιδρώ» η ακαριαία απάντηση του. Η Αλίκη χλώμιασε. Ήθελε και τάπαθε. Τι την έπιασε και άνοιξε η ίδια μια συζήτηση που ήταν σίγουρο ότι θα κατέληγε σε βάρος της; Ο Γιάννης αισθάνθηκε την ατμόσφαιρα να βαραίνει , προσπάθησε να μεταφέρει τη συζήτηση στο τραγούδι που ακουγόταν εκείνη τη στιγμή από τις Τρύπες. … Γύρω μου οι σκιές έχουν παγώσει και έχω μείνει με το χέρι απλωμένο ,….. Ο Νίκος σιώπησε, δεν συνέχισε. Ίσως σεβάστηκε το απλωμένο χέρι του φίλου του και προτίμησε να πάρει το ρόλο της παγωμένης σκιάς. Ίσως πάλι διαισθάνθηκε ένα διάχυτο αμοιβαίο έστω και τεχνητό πάθος στην ατμόσφαιρα, που η βίαιη είσοδος του το καθιστούσε και αυτό παγωμένη σκιά.

Για λίγο στο μπαρ ακούγονταν μόνο η μουσική και ο ήχος των υγρών που κυλούσαν στα λαρύγγια των τριών τους. Η Αλίκη για να εκτονώσει την αμηχανία της από την απάντηση του Νίκου είχε και αυτή βρει καταφύγιο σε μια μπύρα και ο Γιάννης στο μοναδικό ουίσκι που θα έπινε αυτή την εβδομάδα. Η προσπάθεια που κατέβαλαν οι δυό τους για να αποφορτίσουν το σκηνικό, θύμιζε στο Νίκο μια θλιβερή παντομίμα. Και χτύπησε ξανά. «Ποιος μπορεί να μου πει από τους δυό σας τι είναι μοναξιά; Ο Γιάννης σήκωσε πρώτος το γάντι. «Μοναξιά είναι κάτι που αναζητάς συχνά, αλλά όταν την αποκτάς τη βαριέσαι γρήγορα». «Μοναξιά σημαίνει να είσαι ερωτευμένος με τον εαυτό σου. Είναι μια μορφή ψυχολογικού αυνανισμού». Τον κάρφωσε αυθόρμητα η Αλίκη, αλλά μετάνιωσε γρήγορα και έβριζε τον εαυτό της που παρασύρθηκε και του μπήκε.

Ο Νίκος σε μια από τις συχνές επιδείξεις μεγαλοπρέπειας για τις οποίες μάλλον αισθανόταν υπερήφανος, ξαναχτύπησε : «Τι είναι Ιδιώτης;». Η Αλίκη πήρε θάρρος από την προηγούμενη αναπάντητη ερώτηση της και μπήκε δυνατά. «Από τα λίγα αγγλικά που ξέρω idiot σημαίνει κάτι σαν ανόητος και ηλίθιος. Από τα λίγα που ξέρω για την αρχαία ιστορία μας αν λέγαμε τότε ότι είμαστε ιδιώτες τώρα θα ήμασταν οι μισοί εξόριστοι και οι άλλοι μισοί νεκροί.» Στο πρόσωπο του Γιάννη ζωγραφίστηκε η απορία κοιτάζοντας την και συνάμα ο φόβος γυρίζοντας το βλέμμα του στο Νίκο και σιώπησε χωρίς να δώσει απάντηση. Ο Νίκος χαμογέλασε με κατανόηση και παραγγέλνοντας το δεύτερο του μπράντι με τα δύο παγάκια, υπενθύμισε το ποιος κάνει κουμάντο στη συζήτηση. «Και τι είναι Θάνατος;»

Η Αλίκη απασχολημένη με το σερβίρισμα του ποτού του, δεν πρόλαβε να απαντήσει. Την απάντηση την έδωσε ο Γιάννης «Τα ερωτήματα γεννούν απαντήσεις. Οι απαντήσεις φέρνουν καινούργια ερωτήματα. Κάτι σαν τη μαιευτική μέθοδο του Σωκράτη. Μα και οι νέες απαντήσεις δεν νικούν το θάνατο. Ο θάνατος με τα σαπισμένα δόντια δεν διαλέγει μόνο αυτούς που δεν ξέρουν να απαντήσουν ή που δεν απαντούν σωστά. Ο θάνατος μπορεί να μας διαλέγει, εμείς ποτέ δεν μπορούμε να αρνηθούμε την επιλογή του. Θάνατος είναι η μοναξιά του ιδιώτη». Η Αλίκη τον κοίταξε με θαυμασμό. Σε ονειρεμένες πολιτείες με φωτισμένους αρχηγούς, και με δασκάλους που γνωρίζουν τα μυστικά και τους χρησμούς …. Τραγουδούσε εκείνη τη στιγμή ο Σταύρος Λογαρίδης. Για πρώτη φορά εκείνο το βράδι η Αλίκη είδε το Γιάννη με τρυφερότητα. Ίσως έφταιγε και το γεγονός ότι έβαλε το Νίκο στη θέση του. Ποιος ξέρει;

Δεν την είχε συνηθίσει ο Γιάννης σε τέτοιου είδους επαναστάσεις, έστω και μικρές. Με τις ώρες κουβέντιαζε μαζί της, όταν καλή ώρα σαν σήμερα καθόντουσαν μόνοι τους στο μπαρ, για το θεό και τις αναζητήσεις του στα μοναστήρια του Άγιου Όρους. Μιλούσαν για το καλό και το κακό, τη ψυχή και τη σωτηρία της, τον άνθρωπο και το θείο. Η ατμόσφαιρα βάρυνε πάλι από το διάχυτο πάθος. Ο Νίκος δεν θέλησε να συνεχίσει με το σύνηθες ειρωνικό του ύφος και ερωτήσεις που θα εκβίαζαν απαντήσεις. Τον Γιάννη τον ήξερε χρόνια και τον καταλάβαινε πολύ καλά. Και όμως η παρέμβαση του με τη μορφή τοποθέτησης ήταν κάτι πρωτόγνωρο για αυτόν.

«Η μοναξιά λειτουργεί σαν το υπόβαθρο που τροφοδοτεί με δεδομένα το σημείο εκκίνησης μιας ιδιωτικής ζωής που καταλήγει στο θάνατο. Είναι όμως δυνατόν η μοναξιά να προσφέρει γνώση, εμπειρία, μάθηση και τρόπους συμπεριφοράς; Η μνήμη πως αποκτάται; Ο θάνατος χτυπά τον ιδιώτη είτε αυτός είναι έξυπνος, είτε βλάκας. Μπορεί όμως ο θάνατος να εξοντώσει τη γνώση και τη μνήμη;» Μετά από αυτό ένοιωσε τη παρουσία του από περιττή έως και ενοχλητική και αποχώρησε ευγενικά. Άφησε το δεύτερο ποτό του σχεδόν ανέπαφο.

Η Αλίκη αναστέναξε με ανακούφιση με την αναχώρηση του, ο Γιάννης σιγοτραγουδούσε μαζί με τους AIDOLS … Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο, εσένα που αγαπώ τόσο πολύ , …. Τα αστέρια από ψηλά μας βλέπουν σιωπηλά τη νύχτα αυτή που στάθηκε ο χρόνος … Η ώρα ήταν περασμένες τρεις. Η Αλίκη άρχιζε να συμμαζεύει το μπαρ για να κλείσει. «Μη φύγεις» είπε στο Γιάννη θα φύγουμε μαζί. Θέλω να κοιμηθούμε μαζί απόψε. Το θέλω πολύ. Ο Γιάννης καιρό περίμενε αυτή τη πρόταση, που η έμφυτη δειλία του τον εμπόδιζε να την κάνει πρώτος αυτός.

Βγήκαν στο δρόμο πιασμένοι χέρι-χέρι. Ήταν ανοιξιάτικο το βράδυ , αλλά το κρύο δεν είχε εγκαταλείψει ακόμη τη πόλη. Κατηφόρισαν προς τη πλατεία για να πάρουν ταξί, αλλά για πού; Και οι δυό μέναν στα σπίτια με τους γονείς τους. Ο Γιάννης σκέφτηκε το φίλο του το Γιώργο, που παρά το προχωρημένο της ώρας κάπου θα μπεκρούλιαζε εκτονώνοντας το πάθος του για το πιοτό και τη μουσική. Πριν μπουν στο ταξί τον πήρε τηλέφωνο. Ευτυχώς τον βρήκε ξυπνητό. Στο πίσω κάθισμα του ταξί κάθισαν αγκαλιασμένοι. Ο Νίκος ξεχάστηκε. Ο έρωτας νίκησε το θάνατο. Η αγάπη νίκησε τη μοναξιά. Το ζευγάρι νίκησε τον ιδιώτη που έκρυβε ο κάθε ένας μέσα του.

Ο Γιώργος τον περίμενε, υπομονετικά, στο ροκάδικο μπαράκι έχοντας σχεδόν αδειάσει τη μπουκάλα του ουίσκι, που στριμώχνονταν με τα άδεια πιατάκια που κάποτε περιείχαν φιστίκια και πατατάκια στο στενό τραπέζι που τον φιλοξενούσε. Προθυμοποιήθηκε να τους κεράσει από το υστέρημα του, μα αυτοί αρνήθηκαν. Τους έδωσε τα κλειδιά της γκαρσονιέρας του και ευχήθηκε στο αυτί του Γιάννη διακριτικά «καλό βόλι». Η νύχτα προβλεπόταν μακριά και για τους δυό φίλους. Ο κάθε ένας με τις εμμονές και τα πάθη του. Στην μια γωνιά της μπάρας του μαγαζιού καθόταν και ο Νίκος σχεδόν αθέατος και κρυμμένος πίσω από το ποτήρι με το μπράντι και τα δύο παγάκια. Και στα ηχεία ακουγόταν ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Περιμένουν πληρωμή … Από μια άδεια καρδιά και ένα άδειο κορμί……