Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
απελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Αργόσχολος Παρατηρητής Απέναντι

του Γιάννη Νόβα

Οι μεντεσέδες αναστέναξαν παράτονες άριες,
όταν ο ήλιος χάραξε.
Οι μυθικοί ήρωες της καθημερινότητας
αντίκρυ στον αγέρα
τινάχθηκαν σαν σκεπάσματα,
στο μπαλκόνι τους.

Στην καλημέρα,
ο παντοπώλης με τον σκουπιδιάρη
παρατάχθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο,
ψαρεύοντας τα νέα στο περίπτερο.

Τα όνειρά τους τύλιξαν
σφιxτά στις εφημερίδες,
τα έβαλαν κάτω από την μασχάλη
και ξεκίνησαν.

Βαθιά ανάσα,
Λίγο πριν βουτήξουν
ανάσαναν πάνω στα ρούχα τους,
τις μυρωδιές των παιδιών τους.

Στα αυτιά τους αντηχούν ακόμα,
οι νυχτερινές κατάρες,
των γυναικών τους.

Σήκωσαν τα μάτια στην ελπίδα.
Δεν κάθονταν άλλωστε με σταυρωμένα χέρια.
Λουλουδάκια πλήθος και σκουπίδια σωρό,
τους επευφημούσαν αθώα.

Το σταυρό τους σήκωναν ψηλά με μεράκι.
Έλαμπε δροσιά ο ιδρώτας τους, πάνω του.

Παρελαύνει στην παραλία,
ο Ολυμπιακός σημαία στην μπάντα,
Ο Πειραιάς, ο παράδεισος.

Δεν υπάρχει δύναμη να τους λυγίσει.

Την μιζέρια δεν την ξέρουν,
αγαπούν όλα με όλα τους,
και η αφέλειά τους,
η φρόνηση του ταπεινού.

Μια στάλα η αγάπη,
ένα δάκρυ ο πόνος,
τραγούδια σε πλάκες,
ζυγιασμένα δίκαια στην παλάντζα.

Το μεροκάματο λίγο,
Η δόξα κρυμμένη στην τσέπη άλλου αφεντικού,
Το έργο πολύ.

Η ψηλή σμυρνιά γειτόνισσα, το διάλειμμα τους.

Η εικόνα της, να κρεμιέται στην θύμηση,
και ο μύθος της, να στοιχειώνει τις κουβέντες.

Ο καφές μετρούσε την ώρα που περνά με τσιγάρα,
στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: