Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
απελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008

Ένα παιδί ταξιδεύει…

Θύμισες και όνειρα μιας άλλης, αλλά όμως ίδιας εποχής

Η υγρασία στη πόλη του Βόλου, πέντε η ώρα, το πρωί σε πιρούνιαζε για τα καλά. Ο ήλιος θα καθυστερούσε ακόμη να γλυκάνει με τη παρουσία του το ανοιξιάτικο αυτό πρωινό. Η άμαξα μας περίμενε έξω από το σπίτι. Τα χαιμαλιά του αλόγου κροτάλιζαν καθώς αυτό κουνούσε το κεφάλι του. Τα φανάρια δεξιά και αριστερά στο μπροστινό μέρος της άμαξας μας βοήθησαν να βάλουμε τα μπαγκάζια μας στη θέση δίπλα στον αμαξά . Βοηθώντας το μικρό αδερφό μου βολευτήκαμε με δυσκολία λόγω του βίαιου πρωινού μας ξυπνήματος. Οι γονείς μας κάθισαν απέναντι και το μικρό μας ταξίδι προς το σταθμό του τρένου μόλις ξεκίνησε.

Η σούστα έτριζε στους έρημους δρόμους της πόλης γεμίζοντας με τους ήχους της τα κενά από το διακοπτόμενο κλοπ κλοπ των πεταλωμένων ποδιών του αλόγου. Οι ρομαντικοί θόρυβοι κάποιες στιγμές διακόπτονταν από τη βιαιότητα που το καμουτσί από βούνευρο πλαταγίζοντας στον υγρό αέρα του πρωινού πλήγιαζε τα καπούλια του ζώου. Ντίμι ντορή ούρλιαξε ο αμαξάς στη παρατήρηση του πατέρα μου ότι αργούμε και θα χάσουμε το τρένο. Και δώστου καμουτσικιές στο άλογο. Ένοιωθα τη ψυχή μου να πληγώνεται από τα χτυπήματα, τη καρδιά μου να σκιρτά από την άγρια πραγματικότητα της καθημερινότητας.

Θυμήθηκα τον Φαέθωνα που με την άμαξα του που την έσερναν τέσσερα φτερωτά άλογα προσπάθησε να ταξιδέψει στον πατέρα του Ήλιο για να μάθει την αλήθεια για τη καταγωγή του. Την αναζήτηση της αλήθειας τη πλήρωσε με τη ζωή του. Το ντιγκ ντογκ από το ποδοκίνητο καμπανάκι του αμαξά με επανέφερε στη πραγματικότητα. Οι σκέψεις και οι συνειδησιακές μου ενστάσεις χάθηκαν μέσα στην ομίχλη του πρωινού. Ο θόρυβος που έκαναν οι τροχοί προσπαθώντας να ξεπεράσουν τις λακκούβες των χωματόδρομων με επανέφεραν για τα καλά. Μάλλον ξύπνησα και κατάφερα να δω μέσα στην αχλή το φωτισμένο κτίριο του σταθμού καμιά κατοσταριά μέτρα μπροστά μας. Κατάφερα να δω και τη κίνηση της πόλης που από το σπίτι μέχρι εδώ. ενώ μέχρι τα τώρα έδειχνε να κοιμάται μαζί με τους ανθρώπους της. Άμαξες που έρχονταν και φεύγαν. Κόσμος που ξεφόρτωνε και κουβαλούσε. Άνθρωποι και ζώα σε ένα ατέλειωτο πανηγύρι έντασης και άγχους.
Η οτομοτρίς ήταν εκεί και μας περίμενε. Ο πατέρας μου όπως συνήθιζε είχε από μέρες βγάλει τα εισιτήρια. Δεν ήταν άνθρωπος της τελευταίας στιγμής. Το κάθε ταξίδι μας ήταν μια γιορτή που η προετοιμασία της ξεκινούσε αρκετές μέρες ποιόν πριν. Μέρες γεμάτες χαρά και άγχος στην ίδια δοσολογία. Είχα το παράπονο από μικρός να δω τον τρόπο που αγόραζε τα εισιτήρια. Πάντα είχε αυτά τα καφέ καρτελάκια από μέρες , όπου ένας περίεργος με καπέλο και στολή που έμοιαζε με αξιωματικό, ενός άλλου στρατού, μέσα στο τρένο τα τρυπούσε με κάτι που έμοιαζε με πένσα. Το μόνο που μπόρεσα να διακρίνω ήταν μια ατέλειωτη ουρά σε κάτι που έμοιαζε με περίπτερο και υπέθεσα ότι εκεί γινόταν το αλισβερίσι χρημάτων και εισιτηρίων.

Όπως πάντα φτάνοντας στη θέση μας, ξεκίνησε η μάχη με τον αδερφό μου για τη θέση δίπλα στο παράθυρο. Πάντα κέρδιζα βέβαια τη θέση που έβλεπε προς τη κατεύθυνση της διαδρομής μας. Πάντα αυτός κέρδιζε την θέση απέναντι μου που έβλεπε προς τα πίσω, αλλά και αυτός σε παράθυρο. Θα είχα τώρα να υποφέρω στην αρχή του ταξιδιού τα ξεσπάσματα της τσατίλας του, που θα εκδηλώνονταν με αρκετές κλωτσιές στα καλάμια μου, δήθεν προερχόμενες από το κούνημα του τρένου. Ας είναι όμως, είχα κερδίσει κάποιες στιγμές απόλυτης απόλαυσης με τον ιδρώτα μου, αλλά και λίγο πόνο.

Σα τετραμελής οικογένεια είχαμε όλοι βολευθεί σε μια τετράδα αντικριστών θέσεων και εν μέρει διατηρούσαμε την ησυχία μας, αν μπορούσε να ειπωθεί κάτι τέτοιο μέσα σε αυτόν τον πανζουρλισμό και την υστερία που επικρατούσε μέσα κι έξω από το τρένο. Ο πατέρας του Φαέθωνα άρχισε να ξεμυτά ντροπαλά χαρίζοντας μου ένα μικρό φως, που προσπαθεί με πολύ κόπο να ξεπεράσει τους αχνούς της υγρασίας και τα σκοτάδια των ψυχών των ανθρώπων και των ζώων που στοιβάζονται σε κάτι που λέγεται μέσο μαζικής μεταφοράς. Άνθρωποι βασανισμένοι, πάπιες και κοτόπουλα, γάτες και σκύλοι, όλοι μαζί και μόνοι περιμένουν ανυπόμονα σαν σε ρωμαϊκή αρένα το σφύριγμα του σταθμάρχη για την αναθέρμανση των ελπίδων και των οραμάτων τους.

Ο Στρατηγός με το στρόγγυλο ταμπελάκι όρθιο στο χέρι σφυρίζει. Η οτομοτρίς ξεκινά αγκομαχώντας. Βόλος- Καλαμπάκα έγραφε απέξω. Το ταξίδι μου για τη Καρδίτσα ξεκινά. Οι ετοιμασίες μιας βδομάδας για την οικογένεια βλέπουν καθαρά πλέον τον προορισμό τους. Εγώ θέλω να συναντήσω τις εμμονές μου στα πρόσωπα των θειων μου και στα παιχνίδια με τα ξαδέλφια μου. Το κούνημα με νανουρίζει αλλά δεν κοιμάμαι σαν τον αδελφό μου. Ευτυχώς γλυτώσανε τα καλάμια μου. Το πρόσωπο μου κολλημένο στο τζάμι τρέμει στο ρυθμό που μου επιβάλλει το τρένο. Το φώς του ήλιου που αρχίζει να ανακτά τη δύναμη του, μου δίνει τη δυνατότητα να αντικρίζω εικόνες που τροφοδοτούν τη φαντασία μου και ενισχύουν την απομάκρυνση μου από το εσωτερικό περιβάλλον. Η ομαδική ψυχοθεραπεία δεν μου ταιριάζει.

Αφήνουμε τα τελευταία σπίτια της πόλης με τα αγουροξυπνημένα πρόσωπα που τρέχουν όπως όπως για τις δουλειές τους. Οι λίγες άσφαλτοι και οι χωματόδρομοι αντικαθίστανται από τα χωράφια και τους καρόδρομους. Τα στάχυα σα χλόη ακόμα και τα καπνά παίρνουν τη θέση των σπιτιών. Ο Θεσσαλικός κάμπος ξεκινά. Τα βόδια, τα γελάδια και τα πρόβατα παίρνουν την θέση των ανθρώπων. Το τρένο ξεφυσά σε αυτή τη θάλασσα του πράσινου. Οι στάσεις συχνές. Κόσμος ανεβαίνει και κατεβαίνει. Οι στρατηγοί των σταθμών διαδέχονται ο ένας τον άλλο. Η φύση ασφυκτιά κάτω από το βάρος των συνειδήσεων μας. Η μοναξιά της ενοχλείται από την αναίδεια μας. Παράθυρα ανοίγουν. Τσιγάρα ρίχνονται έξω, χαρτιά και περιτυλίγματα ψάχνουν τον προορισμό τους σιμά στη γραμμή του τρένου. Κόκαλα από τα παιδάκια και τα κοτόπουλα αναζητούν τους σκύλους του κάμπου.

Ποτέ δεν κατάλαβα στα συχνά ταξίδια μου με το τρένο, στην ίδια πάντα διαδρομή, όλους αυτούς που ανέβαιναν στο σταθμό «Λατομείο» και κατέβαιναν στο Αερινό, γιατί θα έπρεπε να τρώνε κεφτεδάκια και κοτόπουλα στη διάρκεια μιας πεντάλεπτης διαδρομής και κατεβαίνοντας, στη καλύτερη περίπτωση να μας άφηναν σα λάφυρα τα αποφάγια τους. Ίσως να είναι η επίδειξη μετά από τόσα χρόνια στέρησης . Ίσως το τρένο να είναι ο μόνος νεκρός χρόνος της ζωής τους πριν την ολημερία στα χωράφια. Ίσως κάτι άλλο, που δεν μπορώ να το καταλάβω. Κανείς δεν μπορεί να διαβάσει το εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον του κάθε ατόμου και να ερμηνεύσει συμπεριφορές. Αυτός που θα ισχυριστεί ότι διαθέτει αυτό το χάρισμα ή θεός είναι ή κάποιος μακρινός έστω συγγενής του.

Η διαδρομή συνεχίζεται, οι εικόνες παραμένουν ίδιες, οι σκέψεις αλλάζουν, τα καπνά διαδέχονται τα στάχια, τα βόδια τα πρόβατα, οι επιβάτες τους επόμενους, μα η φαντασία μου δίνει φτερά και με απογειώνει. Δεν ψάχνω να βρω τον πατέρα μου σα το Φαέθωνα, τον έχω άλλωστε δίπλα μου, αλλά ψάχνω την ακριβή θέση μου στο περίγυρο του ταξιδιού μου. Θυμάμαι το τραγούδι των ΠΟΛ που πρόσφατα άκουσα. Ψάχνω να βρω τον φίλο μου, τον όποιον φίλο μου. Η παιδεία μου και η αισθητική μου παρότι είμαι μικρός δεν μου επιτρέπουν να ξεπουλώ το ρομαντισμό μου. Τη στιγμή της συνάντησης του ορθολογισμού με το συναίσθημα και μετά το μεγάλο μπαμ της σύγκρουσης, από τα συντρίμμια αναδύεται η φαντασία και το όνειρο.

Φτάνουμε στο Δεμερλή. Με τα παιδικά μου μάτια ο απόλυτος σταθμός τουλάχιστον της περιφέρειας μας. Μα δεν είχα δει άλλους. Βλέπω δίπλα μου γραμμές, πολλές γραμμές στο πλάτωμα του σταθμού, δεν μπορώ να τις μετρήσω. Περνάει μπροστά μου ένα εμπορικό τρένο. Αρχίζω να μετρώ τα βαγόνια, μα γρήγορα απογοητεύομαι, όχι γιατί δεν ξέρω να μετράω, αλλά γιατί βαριέμαι. Αθήνα- Γευγελή, Φέρραι- Αθήνα, τα μεγάλα τρένα περνούν. Όριαν Εξπρές. Χλιδή. Εστιατόρια, κουκέτες, γυναικάρες, ποτά, έρωτες, φόνοι. Το τρένο αδειάζει. Το τρένο ξαναγεμίζει. Τους μεροκαματιάρηδες του κάμπου αντικαθιστούν οι Αθηναίοι και οι Θεσσαλονικείς. Οι φτωχοί χωριάτες της επαρχίας περιμένουμε τους πρωτευουσιάνους και τους συμπρωτευουσιάνους. Και αυτοί δεν μας χαλάνε το χατίρι. Συγχρωτίζονται μαζί μας, ίσως από ανάγκη, ίσως από νοσταλγία για τη καταγωγή τους. Οι γραβάτες και τα ταγέρ διαδέχονται τα κεφτεδάκια και τα μπουτάκια κουτόπουλου. Αλλά σκέφτομαι και γελώ όταν οι μεγαλόσχημοι κύριοι και κυρίες από τον επόμενο σταθμό στις Σοφάδες θα πρέπει να συνυπάρξουν με τα κεφτεδάκια και τα παϊδάκια που θα επανέλθουν δριμύτερα.

Οι τρεις ώρες του ταξιδιού μας, σημείο αναφοράς για τις μέχρι και τα τώρα μετά σχεδόν σαράντα χρόνια μετακινήσεις μου, σε λίγο τελειώνουν. Πλησιάζουμε στη Καρδίτσα μετά από μια σύντομη για μένα διαδοχή κοτόπουλων ζωντανών ή ψημένων και γραβατών, στους λίγους σταθμούς που απόμειναν μέχρι το τέλος της διαδρομής μας. Οι άμαξες περιμένουν υπομονετικά στο σταθμό την άφιξη της οικογένειας. Η μαμά κι ο μπαμπάς σέρνουν τις αποσκευές μας, ενώ εγώ σέρνω ένα έξαλλο αδερφό που έχοντας εγκαταλείψει από ώρα τα καλάμια μου εκτονώνεται στο πάνω από αυτά σώμα μου ρίχνοντας κλωτσιές στα μπούτια μου και μπουνιές στο στήθος μου. Η πινακίδα γράφει ΣΕΚ και κάτω από αυτή το άλογο της άμαξας που επιλέξαμε εκτονώνει την υγρή ανάγκη του τουλάχιστον για πέντε λεπτά. Η λίμνη Πλαστήρα τώρα δημιουργείται.


Υ.Γ.1 Η κοινωνία της ατομικής μετακίνησης έχει σήμερα καταργήσει ουσιαστικά τη γραμμή Βόλου- Καλαμπάκας. Όταν εταιρίες που εξυπηρετούν το κοινωνικό σύνολο μετασχηματίζονται σε ΑΕ με μόνο σκοπό να εγγράψουν στον ισολογισμό τους το κέρδος, λογικό για ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά παράλογο για δημόσιες, τότε οι θύμισες και τα όνειρα ενός παιδιού της δεκαετίας του εξήντα θα πρέπει να μας αφυπνίσουν. Ο Ρόλος του Δημόσιου τομέα θα πρέπει να επανακαθορισθεί.

Υ.Γ.2 Ποτέ δεν δούλεψα στη ζωή μου στο Δημόσιο, ούτε εξαρτήθηκε η επιβίωση μου από αυτό.

Υ.Γ.3 Οι ζωές των παιδιών μας είναι σημαντικότερες από τους τάφους των πατεράδων μας. (Κίνημα Ειρήνης του Ισραήλ)

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Ένα παπούτσι αναζητά το ταίρι του

Μια μικρή περιπέτεια καθημερινότητας

Μεσημέρι στη Πλάκα. Οδός Λυσίου. Ο δρόμος με την εμφάνιση πίστας στίβου με τα σχεδιασμένα πάνω του κουλουάρ. Παρ’ ότι Νοέμβρης η θερμοκρασία άγγιζε τους 27 βαθμούς. Παράξενο για την εποχή σκέφτηκε ο Ανδρέας. Αλλά όλα τα παράξενα σήμερα του έμελε να του συμβούν. Λες και ο καιρός να με χλευάζει, αναρωτήθηκε. Απολαμβάνει το φραπέ του με τις πολλές ζάχαρες και το ένα καλαμάκι σε ένα μικρό καφέ στις παρυφές του δρόμου. Ίσα που χωράει η καρέκλα του στο πεζοδρόμιο. Θέλησε να σκοτώσει τον ελεύθερο χρόνο του ανάμεσα σε δύο επαγγελματικά ραντεβού του. Κάθεται μόνος του και παρατηρεί τους όχι και λίγους για την εποχή τουρίστες που περπατούν ανέμελα στα σοκάκια της περιοχής. Αισθάνεται ευτυχισμένος αν και λίγο πιεσμένος από τη προσπάθεια να κλείσει τη δουλειά στο τελευταίο του ραντεβού. Νοιώθει να του βαραίνουν τη τσέπη τα δέκα χιλιάδες ευρώπουλα, που ελπίζει ότι θα του αποφέρει η συνεργασία που πριν λίγη ώρα έκλεισε. Δεν θα ήταν άσχημα και στην άλλη τσέπη άλλα τόσα μετά το ραντεβού που θα ακολουθήσει. Νοιώθει πλήρης και ευχαριστημένος. Δοξάζει τον εαυτό του και τη μαγκιά του, αλλά να το γιορτάζει με φραπέ; Άσε καλύτερα σκέφτεται , να σιγουρέψω και τα επόμενα και το γλεντάω σε κανα μπαράκι το βράδυ.

Η μελαχρινή σερβιτόρα, σχεδόν μαυριδερή, τον παρατηρεί προσεκτικά. Έχει καρφωμένο το βλέμμα πάνω του και τον κάνει να αισθάνεται άβολα. Μα τι βρήκε πάνω μου αναρωτήθηκε. Σίγουρα δεν τον θαυμάζει για τα νιάτα και την ομορφιά του, αλλά μάλλον βαριέται στο μαγαζί, αφού άλλος πελάτης δεν υπάρχει. Ο τελευταίος, ένα ζευγάρι τουριστών έφυγε όταν αυτός έφτανε στο καφέ. Άλλωστε ο Ανδρέας έχει σχεδόν πενηνταρίσει με μια κοιλιά που τον εμποδίζει να βλέπει τα παπούτσια του. Η μέρα του πάει καλά, αν και το πρωί δεν προμήνυε κάτι τέτοιο. Όσο το σκέφτεται το σημερινό πρωινό, τόσο το αχνό χαμόγελο που στολίζει το πρόσωπο του, σαν επιστέγασμα της χαράς που νοιώθει για το κλείσιμο της δουλειάς, γίνεται βροντερό γέλιο. Η γκαρσόνα τον κοιτά με έκπληξη και οίκτο συνάμα. Πάει το χασε ο κακομοίρης ο χοντρούλης θα σκέφτονταν.

Όπως κάθε πρωί, έτσι και σήμερα ο Αντρέας ξύπνησε με το ζόρι εκστομίζοντας κατάρες σε θεούς και δαίμονες . Άσε που έριξε και το κινητό του κάτω από το κομοδίνο, καθώς το ξυπνητήρι του έσκουζε σαν κακόφωνος κόκορας και με περισσή αναίδεια διέκοπτε το πρωινό του ραχάτι. Και να ήταν μόνο αυτό; Το πάτησε κιόλας όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Ευτυχώς, γερό σκαρί αυτό, δεν έπαθε τίποτα συνεχίζοντας μάλιστα να κράζει. Που να τρέχει τώρα να αγοράζει καινούργιο κινητό; Οι κινήσεις του μηχανικές μπολιασμένες από μια βάναυση καθημερινότητα και αποκρουστική συνήθεια. Πλύθηκε, ξυρίστηκε, ντύθηκε κλείδωσε τη πόρτα, μπήκε στο αυτοκίνητο του και ξεκίνησε να βγει από το υπόγειο παρκινγκ της πολυκατοικίας του για μια ακόμη ρουτινιάρικη διαδρομή μέχρι το γραφείο του.

Φθάνοντας στη ράμπα της εξόδου λίγο έλλειψε να τρακάρει με κάποιο άλλο ανθρωποειδές σαν και αυτόν το πρωί, αλλά και βιαστικό μαζί, που διέσχιζε το δρόμο με χίλια. Ευτυχώς τη σκαπούλαρα σκέφτηκε, σηκώνοντας με ανακούφιση το δεξί του πόδι από το φρένο που πατούσε με μίσος και ακουμπώντας ελαφρά το γκάζι για να ξεκινήσει. Ο κάδος του δήμου στα αριστερά του στην έξοδο της ράμπας του παρκινγκ περιόριζε σημαντικά την ορατότητα του. Μα με ποια κριτήρια, πως πόσοι και που, τοποθετούνται οι κάδοι των σκουπιδιών αναρωτήθηκε. Συνήθως βρίσκονται στις εξόδους των παρκινγκ και στις γωνίες των δρόμων. Να έχουν άραγε κάποια σύμβαση οι δήμαρχοι με τους φαναρτζήδες;

Βγήκε διστακτικά στο δρόμο, αλλά το μοιραίον εστί αναπόφευκτον. Ο ίδιος ο κύριος Μέρφυ αυτοπροσώπως με ή χωρίς το νόμο του. Το μπαμ που του πήρε τα αυτιά, το ακολούθησε ο θόρυβος των λαμαρίνων που τσαλακώνονταν άτσαλα. Τα στριγκλίσματα των φρένων δεν πρόλαβε να τα ακούσει. Ένοιωσε τη κοιλιά του να ασφυκτιά από το αναιδές σφίξιμο της ζώνης που συνήθιζε πάντα να φορά. Η κυρία ή δεσποινίς που οδηγούσε το θηριώδες 4Χ4 πετάχτηκε σαν αίλουρος από αυτό και στεκόταν στο δρόμο όρθια έξω από το παράθυρο του λούζοντας τον με διάφορα γαλλικά και κοσμητικά, που δεν ταίριαζαν καθόλου με την καταπληκτική σωματική της εμφάνιση. Ο Αντρέας παρά τη σύγχυση του και μένοντας αποσβολωμένος στο αμάξι κρατώντας σφιχτά ακόμη το τιμόνι στα χέρια του πρόλαβε να δει ένα ξανθό κεφάλι με ένα θεϊκό κορμί αλλά με ένα τόσο βρώμικο στόμα. Ίσως, ότι συνήθως έμπαινε σε αυτό, τώρα έβγαινε, σκέφτηκε. Η σκέψη αυτή τον χαλάρωσε και βγάζοντας την ζώνη άνοιξε τη στραπατσαρισμένη πόρτα του αμαξιού του. Και τότε αντίκρυσε και τα υπόλοιπα. Ένα αποκαλυπτικό μίνι που δεν έκρυβε διόλου ένα ζευγάρι υπέροχα πόδια που φώλιαζαν αισθαντικά σε ψηλοτάκουνες δερμάτινες μπότες. Επτάμισυ η ώρα το πρωί, σαν να πήγαινε σε μπαρ, ή μήπως γύριζε;

Με δυσκολία κράτησε ανοιχτή τη ταλαιπωρημένη πόρτα και κατάφερε να ορθώσει το πληθωρικό, ως προς το πλάτος μόνο, ανάστημα του απέναντι στον ξανθό αυτό δαίμονα που του έτυχε πρωινιάτικα και δεν έκλεινε με τίποτε το στόμα του. Συγγνώμη δεν σας είδα προσπάθησε να ψελλίσει. Τι δεν με είδες ρε μ.. Αλλά απότομα σταμάτησε τη φράση της στη μέση γουρλώνοντας άκομψα τα ωραία της μάτια στη κατεύθυνση των ποδιών του. Έμεινε ακίνητη για κάμποσα δευτερόλεπτα σταματώντας ευτυχώς τον εξάψαλμο της και ξέσπασε σε γέλια. Ο Αντρέας ανακουφισμένος με τη ξαφνική αλλαγή της προσπάθησε να ακολουθήσει το στόχο του βλέμματος της και πηγή της μεγάλης αλλαγής. Έστρεψε και αυτός το βλέμμα του προς τα κάτω και ρουφώντας προς τα μέσα το πλούσιο στομάχι του προσπάθησε να ανακαλύψει την αιτία της έκπληξης της αδιάντροπης και θρασείας θεάς. Και είδε. Το αριστερό του παπούτσι μαύρο παντοφλέ και το δεξί καφέ με κορδόνι. Ο αντικειμενικός προσεκτικός παρατηρητής ανεπηρέαστος από τα γεγονότα και τη σύγχυση των τελευταίων λεπτών θα διέκρινε επίσης μια άσπρη κάλτσα που συνόδευε το μαύρο παπούτσι και μία μαύρη με άσπρα πουά το καφέ. Αμήχανος και αρκετά προσβεβλημένος σήκωσε τα μάτια του προς το ωραίο πρόσωπο της κυρίας, τη στιγμή, που κάποιοι αποκλεισμένοι στα αυτοκίνητα τους, αλλά και φίλαθλοι των δρόμων κορνάριζαν δαιμονιωδώς.

Το γέλιο του έφερνε δάκρυα, καθώς διηγιόνταν στη μελαχρινή γκαρσόνα τη πρωινή του περιπέτεια. Είχε ήδη μετακινηθεί σε ένα σκαμπό στο μπαρ και είχε αντικαταστήσει το φραπέ με το πρώτο ουίσκι της ημέρας. Είχε αποφασίσει να ακυρώσει το επόμενο ραντεβού του. Τα δέκα χιλιάρικα του πρώτου του αρκούσαν για σήμερα. Έκανε τη μικρή του επανάσταση. Για λίγες ώρες θα έπαυε να είναι αιχμάλωτος των χρημάτων. Η κοπέλα τον κοίταζε αποσβολωμένη αδυνατώντας να τον παρακολουθήσει πλήρως στις διηγήσεις του. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να κλάψει ή να γελάσει. Να τον συμπονέσει ή να τον λοιδορήσει. Η εμπιστοσύνη που της έδειχνε τη προβλημάτιζε. Δεν μιλούσε ακόμη το ουίσκι, αλλά ο φραπές. Άλλωστε ήταν μόνο στο πρώτο. Σιγά σιγά άρχισε να τον βλέπει με άλλο μάτι. Δεν ήταν λύπηση, ούτε χλεύη. Κάποιο απροσδιόριστο συναίσθημα στο οποίο δεν ταίριαζε ούτε η συμπάθεια.

Ο Αντρέας τελείωσε την αναφορά στις πρωινές του περιπέτειες μαζί με το άδειασμα του ποτηριού του. Παράγγειλε ένα ακόμη για τον εαυτό του και θέλησε να κεράσει και τη κοπέλα. Αυτή αρνήθηκε ευγενικά, άλλωστε ήταν ακόμη μεσημέρι και είχε ακόμη πολύ χρόνο μπροστά της μέχρι το τέλος του μεροκάματου. Αισθάνθηκε αμήχανα εισπράττοντας την άρνηση της, αλλά δεν το έβαλα κάτω επιμένοντας άγαρμπα και προσβλητικά. Η κοπέλα πικράθηκε. Τα συναισθήματα της για αυτόν άλλαξαν άρδην. Η συμπόνια που δεν ήταν συμπόνια, η συμπάθεια που δεν ήταν συμπάθεια και η χλεύη που δεν ήταν χλεύη, έγιναν μίσος. Το απροσδιόριστο προσδιορίσθηκε και γύρισε και του είπε. «Αν, νομίζεις ότι το εγώ σου είναι σημαντικότερο από τη δική μου ζωή, τότε καλά θα έκανες να αναζητήσεις το ταίρι του παπουτσιού σου στη παπουτσοθήκη του σπιτιού σου, φίλε μου»

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2008

3ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ, ΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

ΕΝ Ε ΠΡΟΤ ΕΝΩΣΗ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ EΠIMENIΔOY 19 – 54633 Θεσσαλονίκη
ΤΗΛ. (2310) 286.680/286182 – FA X: (2310) 286680
UNION OF HELLENIC SCIENTISTS
FOR PROTYPATION AND STANDARDIZATION
EPIMENIDOU 19 – 54633 Thessaloniki
TEL. 0030-2310-286680 / 286182 FAX: 286680

http://www.eneprot.gr/ E-mail:protypation@auth.gr


ΥΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΙΔΑ ΤΩΝ ΥΠΟΥΡΓΕΙΩΝ
ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ & ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

3ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ, ΤΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ
Θεσσαλονίκη, 21-22 Νοεμβρίου 2008

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 21 Νοεμβρίου 2008
ΑΙΘΟΥΣΑ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕΩΝ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΘΕΣ/ΝΙΚΗΣ

9:00-9:30
Προσέλευση-εγγραφές συνέδρων
9:30-10:00
Χαιρετισμοί, Προεδρείο: Παπαθανασίου Βύρων, Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ Μοροπούλου Αντωνία, Καθηγήτρια ΕΜΠ
10:00
Κήρυξη έναρξης συνεδρίου
10:00-10:45
Απονομή βραβείων ΕΝΕΠΡΟΤ
· «Διάκριση Πρότυπου Επιχειρηματία» στο Συνεταιρισμό Κροκοπαραγωγών Κοζάνης
· «Γέρας Κοινωνικού Προτύπου» στο Γυναικείο συνεταιρισμό παραδοσιακών προϊόντων ΠΕΡΕΚ ΕΠΕ)
· «Τιμητική πλακέτα» στον καθ. Γ. Τσιότρα, Γεν. Γραμμ. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας
10:45-11:00
Δημοσιογραφική παρουσίαση της θεματικής ενότητας «Πρότυπα στην Οικονομία- Τυποποίηση στο Χρηματοπιστωτικό σύστημα» από το δημοσιογράφο Παντελή Σαββίδη
11:00-11:45
Τοποθετήσεις κομμάτων στη θεματική ενότητα «Πρότυπα στην οικονομία-τυποποίηση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα»
11:45-12:15
Διάλειμμα-καφές
12:15-14:00
ΠΡΟΤΥΠΑ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ- ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Προεδρείο: Καρυπίδης Φίλιππος, Αντιπρόεδρος ΑΤΕΙΘ
Λατινοπούλου Μαρία, Μέλος Δ.Σ. ΕΝΕΠΡΟΤ

«Τυποποίηση αποτελεσμάτων κοστολογικής οργάνωσης βιομηχανικών επιχειρήσεων ιδίου κλάδου με την κατά δραστηριότητα κοστολόγηση», Βαζακίδης Αθανάσιος, Καραγιάννης Ιωάννης, Σταυρόπουλος Αντώνιος

«Οι επιπτώσεις από την εφαρμογή των διεθνών προτύπων χρηματοοικονομικής αναφοράς (Δ.Π.Χ.Α. - I.F.R.S.) στο κόστος κεφαλαίου και στην κεφαλαιακή διάρθρωση των εισηγμένων στο χρηματιστήριο Αθηνών εταιρειών από τη Βόρεια Ελλάδα», Μυλωνάς Δημήτριος, Νοτόπουλος Αθανάσιος

«H διερεύνηση των επιπτώσεων από την εφαρμογή των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης (IFRS) στην περιοχή των Ενσώματων Ακινητοποιήσεων. Μελετη περίπτωσης των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο ΑΘΗΝΩΝ εταιρειών του κλάδου των τροφίμων», Μυλωνάς Δημήτριος

«Καθορισμός προτύπων χρηματοδότησης στον γεωργικό τομέα: Η περίπτωση της βιολογικής γεωργίας», Αγγελόπουλος Σταμάτης, Καρυπίδης Φίλιππος, Παυλούδη Αλεξάνδρα

«Η κρίση του οικονομικού συστήματος και οι ελληνικές ΜΜΕ», Αραβαντινού Πέγκυ, Ζαχαριάδης Άγγελος

«Τραπεζικό σύστημα και ΜΜΕ», Χαλκίδου Σταυρούλα

«Προτάσεις ενός μικρομεσαίου για πρότυπα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα», Μπασματζιάν Μ.
14:00-15:00
Διάλειμμα-Ελαφρύ γεύμα


15:00-17:30
ΠΡΟΤΥΠΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ-ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

Προεδρείο: Θωμάρεϊς Απόστολος, Καθηγητής ΑΤΕΙΘ
Ακριτίδης Κων/νος, Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ

«Η συνεισφορά της πιστοποίησης γεωργικών προϊόντων στην ποιότητα της ελληνικής διατροφής», Σπέντζου Μαίρη

«Σχεδιασμός και ανάπτυξη πληροφοριακού συστήματος ιχνηλασιμότητας στην εφοδιαστική αλυσίδα τροφίμων», Φωλίνας Δημήτρης, Μανίκας Ιωάννης, Σιφάκης Ιωάννης

«Εφαρμογές συστημάτων ποιότητας στην Ελληνική αγορά φρούτων και λαχανικών», Καρυπίδης Φίλιππος, Τσελεμπής Δημήτριος, Αγγελόπουλος Σταμάτης, Παυλούδη Αλεξάνδρα

«Αστοχίες της οδηγίας υγιεινής του συστήματος HACCP και η μυθοπλασία των καθαρών υλικών: Η περίπτωση εφαρμογής στην παραγωγή βρώσιμης ελιάς και ελαιολάδου», Αγγελόπουλος Σταμάτης, Αραβαντινού Τζε Πέγκυ, Καρυπίδης Φίλιππος

«Η διαδικασία ποιότητας: Διαχείριση προμηθευτών-προμηθειών στα πλαίσια της εγκατάστασης ενός συστήματος διαχείρισης ποιότητας με βάση το πρότυπo EN ISO 9001:2000, στις ελληνικές επιχειρήσεις του κλάδου των τροφίμων», Μπάτος Παναγιώτης

«Δυνατότητες εφαρμογής του Ελληνικού Συστήματος Πρωταγόρας (ΕΣύΠρωτα) σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις εστίασης», Παπάς Κων/νος, Ζαχαριάδης Άγγελος, Μαυροπαίδη Χριστίνα

«Τοπική παραδοσιακή γαστρονομία. Ανάγκη ή μόδα;», Μιχαηλίδου Αθηνά

«Ελληνική παραδοσιακή διατροφή», Πανταζόπουλος Νικόλαος

«Θεμελιώδεις αρχές και πρότυπα της ελληνικής διατροφής», Λατινοπούλου Μαρία
17:30-18:00
Διάλειμμα-καφές


18:00-19:30
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Προεδρείο: Δεπούντης Νικόλαος, Μέλος Δ.Σ. ΕΝΕΠΡΟΤ, Σύμβουλος Ποιότητας ΑΚΤΩΡ
Φωλίνας Δημήτρης, Επιστημονικός Συνεργάτης Παν. Μακεδονίας

«Πιλοτική εφαρμογή Συστήματος Περιβαλλοντικής Διαχείρισης κατά ISO 14001 στον τομέα των μεταφορών. Περίπτωση μεταφοράς καυσίμων», Διαμαντοπούλου Ηλιάννα, Αλεξοπούλου Στέλλα, Ασημακόπουλος Διονύσης

«RECODRIVE – Η εξοικονόμηση καυσίμων και η μείωση εκπομπών CO2 από στόλους οχημάτων, σε σχέση με τα διεθνή πρότυπα περιβαλλοντικής διαχείρισης και διαχείρισης της ποιότητας», Κεντερλής Παναγιώτης

«Δυνατότητες και περιορισμοί στην αξιοποίηση του μοντέλου EFQM σε σχολικές μονάδες δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», Κολτσάκης Ευάγγελος, Πετρίδου Ευγενία

“Μοντέλο Επιχειρηματικής Αριστείας EFQM σε ελληνικές εταιρείες παροχής υπηρεσιών”, Καραγιάννης Αλέξανδρος

«Τυποποίηση λειτουργιών στα πληροφοριακά συστήματα διοίκησης που χρησιμοποιούνται από τις ελληνικές εμπορικές επιχειρήσεις», Μπάτος Παναγιώτης

«Τα Συστήματα Διαχείρισης Ποιότητας και η μεθοδολογία SIX SIGMA στις υπηρεσίες», Μπουρλή Λουκία

«Τοπικά σύμφωνα ποιότητας υπηρεσιών στον τουρισμό», Μιχαηλίδης Δημήτρης


ΣΑΒΒΑΤΟ 22 Νοεμβρίου 2008

09:30-11:30
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Προεδρείο: Πολάτογλου Χαρίτων, Αναπλ. Καθ. ΑΠΘ, Τμ. Φυσικής
Τζιώνας Παναγιώτης, Καθηγητής ΑΤΕΙΘ

«Μέτρηση διεργασίας σε εργαστήριο διακριβώσεων», Γαλανόπουλος Ευθύμιος
«Διασφάλιση ποιότητας αποτελεσμάτων στις μετρήσεις ενός διαπιστευμένου εργαστηρίου», Γαλανόπουλος Ευθύμιος, Ζεϊμπέκης Κωνσταντίνος, Τσακαλίδης Γεώργιος

«Περιβαλλοντικές συνθήκες κατά τη διακρίβωση μικρομέτρων», Γαλανόπουλος Ευθύμιος, Καραμπέτη Κυριακή
«Περιβαλλοντικές συνθήκες κατά τη διακρίβωση παχύμετρων», Γαλανόπουλος Ευθύμιος, Καρατίσογλου Αικατερίνη

«Ραδιογραφικοί μέθοδοι ελέγχου συγκόλλησης σε αγωγούς μεταφοράς φυσικού αερίου», Αθανασιάδης Κων/νος, Ayad Shahoot

«Εφαρμογές Υπηρεσιών Ηλεκτρονικών Πληρωμών μέσω Ανεπαφικών Έξυπνων Καρτών και των RFID”, Σπηλιοπούλου Αναστασία, Χοχλιούρος Ιωάννης, Χελιώτης Γεώργιος

«Πρότυπα και πιστοποίηση μη κυβερνητικών οργανώσεων», Δεπούντης Νικόλαος, Κατσαρέλης Τριαντάφυλλος
http://www.scribd.com/doc/8294403/ENEPROT-08-APOPLOUS

«Ευρωπαϊκό μοντέλο επιχειρηματικής αρίστευσης και πρότυπα» , Αντωναράς Αλέξανδρος

«Μεθοδολογία εφαρμογής συστήματος διαχείρησης ολικής ποιότητας στις Δημόσιες Υπηρεσίες», Ψαρόπουλος Χρήστος
11:30-12:00
Διάλειμμα-καφές


12:00-14:00
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Προεδρείο: Αθανασιάδης Κωνσταντίνος, Δρ. Τεχνικών Επιστημών
Αδαμόπουλος Κωνσταντίνος, Επίκουρος Καθηγητής ΑΠΘ

«Βιομηχανική ποιότητα- Η ποιότητα του τελικού προϊόντος επηρεάζεται από την ποιότητα της παραγωγικής διαδικασίας;», Λιανού Νικολέττα

«Ανάπτυξη Συστήματος Διαχείρισης Ποιότητας σύμφωνα με το πρότυπο ΙSO 9001:2000 σε εταιρεία διαχείρισης απορριμμάτων», Πρικάκης Γιώργος, Νικολαϊδης Γιάννης

“Απόδοση και ποιότητα Δημοσίων Υπηρεσιών: Αξιολόγησή τους με χρήση δεικτών, μέσω πολυκριτηριακής ανάλυσης και τεχνικών στατιστικού ελέγχου ποιότητας”, Νικολαϊδης Γιάννης, Μαργιωρής Γιώργος

«Καινοτόμες Τηλεπικοινωνιακές Αρχιτεκτονικές για Παροχή
Ευρυζωνικών Υπηρεσιών Υψηλής Ποιότητας», Χελιώτης Γεώργιος, Χοχλιούρος Ιωάννης, Αγαπίου Γεώργιος

«Η Ηλεκτρονική Μάθηση στο Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Κοινωνίας της Γνώσης: Οι Νεωτεριστικές Εφαρμογές του Ερευνητικού Προγράμματος WebPOL», Χοχλιούρος Ιωάννης, Χελιώτης Γεώργιος, Σπηλιοπούλου Αναστασία

«Πρότυπα-Ποιότητα και προστασία του καταναλωτή», Τσεμπερλίδης Νικόλαος
14:00-14:30
Διάλειμμα


14:30-16:30
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Προεδρείο: Μητροπούλου Βασιλική, Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ
Αδάμ Ιωάννης, Ειδικός Γραμματέας επί των οικονομιών ΕΝΕΠΡΟΤ

«Εφαρμογή συστήματος προτύπου ποιότητας στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η περίπτωση του τμήματος πληροφορικής στο Τ.Ε.Ι. Λαμίας», Γαρτσιώνης Ευάγγελος

«Η ποιότητα στην ενδοεπιχειρησιακή εκπαίδευση ως συντελεστής αποτελεσματικής ανάπτυξης οργανισμών και επιχειρήσεων», Γκιώση Στέλλα, Βαλκάνος Ευθύμιος

«Μία πρόταση τυποποίησης υπηρεσιών Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού από Σχολικές Μονάδες Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ΓραΣΕΠ και ΚεΣυΠ», Πολάτογλου Χαρίτων, Πιερράτος Θεόδωρος

«Σχεδιασμός ερωτηματολογίου για να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο τυποποίησης της αξιολόγησης διδακτικών δράσεων στη διδασκαλία της Φυσικής: μια ανασκόπηση των πεπραγμένων στα εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού», Πιερράτος Θεόδωρος, Πολάτογλου Χαρίτων

«Ανάλυση αναγκών των κωφών φοιτητών στο πλαίσιο της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης», Χατζηθεολόγου-Χασιώτου-Τσαρούχα-Κασάπη- Δημάκης-Πολάτογλου

«Ο ρόλος του εκπαιδευτή στην επιλογή προτεραιοτήτων κατά τη δημιουργία ψηφιακής βιβλιοθήκης για φοιτητές με αναπηρία», Αποστολίδου-Κασάπη-Πολάτογλου

«Πρότυπα Υπηρεσιών εκπαίδευσης και αξιολόγηση», Μπαλτζάκη Κάτια, Ζαχαριάδης Άγγελος
16:30-17.00
Διάλειμμα-καφές


17:00-19:00
ΠΡΟΤΥΠΑ ΚΑΙ ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Προεδρείο: Γκιώση Στέλλα, Οικονομολόγος MBA, Σύμβουλος ποιότητας
Ζάγκας Θεοχάρης, Αναπλ. Καθ. ΑΠΘ, Πρόεδρος Ελλ. Δασολογικής Εταιρίας

«Πρότυπα νομικών υπηρεσιών», Παπαφιλίππου Δημήτρης

«Συμβολή της αρχιτεκτονικής των εγκαταστάσεων περίθαλψης στις υπηρεσίες υγείας», Χρυσαφίδης Ευάγγελος

«Οδηγός καλής πρακτικής για τη διαχείριση της ποιότητας επιχειρήσεων χειροτεχνίας σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές της Ελλάδας και της Ισπανίας»,
Γαϊτάνης Δημήτριος, Καραβαγγέλης Ευάγγελος
Εκκρεμεί διόρθωση
"Δυσλειτουργίες εφαρμογής ευρωπαϊκών προτύπων στον υποχρεωτικό τομέα", Βουζουλίδου Ελβίτα


19:00-20:00
Συμπεράσματα-παρατηρήσεις




ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Το Διοικητικό Συμβούλιο της «Ένωσης Ελλήνων Επιστημόνων για την Προτυποποίηση και την Τυποποίηση» (ΕΝΕΠΡΟΤ)
Ζαχαριάδης Άγγελος, Πρόεδρος
Πολάτογλου Χαρίτων, Αντιπρόεδρος
Αθανασιάδης Κων/νος, Γενικός Γραμματέας
Αδάμ Ιωάννης, Ειδικός Γραμματέας επί των οικονομικών
Παντικίδης Ευστράτιος, Σύμβουλος επί των διοργανώσεων
Δεπούντης Νικόλαος, Γενικός Σύμβουλος
Λατινοπούλου Μαρία, Γενικός Σύμβουλος
Μαυροπαίδη Χριστίνα, Γενικός Σύμβουλος

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Παπαθανασίου Βύρων, Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ (Πρόεδρος)
Αδαμόπουλος Κων/νος, Επίκουρος Καθηγητής ΑΠΘ
Καρυπίδης Φίλιππος, Αντιπρόεδρος ΑΤΕΙΘ
Κοκολάκης Κων/νος, Προϊστάμενος Πολιτικής Προστασίας Περιφέρειας Κ.Μακεδονίας
Μοροπούλου Αντωνία, Καθηγήτρια ΕΜΠ
Πανάς Σταύρος, Αντιπρύτανης ΑΠΘ
Πιτσόκος Ελευθέριος, Διευθυντής Δασών Ν. Χαλκιδικής
Ράλλη Πηνελόπη ΕΔΠ Α.Π.Θ., Μέλος της Αντιπροσωπείας του ΤΕΕ/ΤΚΜ
Σέμος Αναστάσιος, Πρόεδρος ΕΤΑΓΡΟ
Τσιραμπίδης Ανανίας, Καθηγητής ΑΠΘ
Φωλίνας Δημήτρης, Επιστημονικός Συνεργάτης Παν. Μακεδονίας & ΑΤΕΙΘ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Αγγελόπουλος Σταμάτιος, Επίκουρος Καθηγητής ΤΕΙΘ
Αθανασιάδης Κων/νος, Δρ. Τεχνικών Επιστημών
Ακριτίδης Κων/νος, Ομότιμος Καθηγητής ΑΠΘ
Γκιώση Στέλλα, Οικονομολόγος MBA, Σύμβουλος Ποιότητας
Ζάγκας Θεοχάρης, Αναπλ. Καθ. ΑΠΘ, Πρόεδρος Ελλ. Δασολογικής Εταιρίας
Θωμάρεϊς Απόστολος, Καθηγητής ΑΤΕΙΘ
Καπετάνος Γεώργιος, Προϊστάμενος του παραρτήματος του ΕΛΟΤ στη Θεσ/νίκη
Λίτινας Νικόλαος, Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ
Μητροπούλου Βασιλική, Δρ. Θεολογίας ΑΠΘ
Οικονομίδης Ιωάννης, Διευθυντής γραφείου Θεσ/νίκης της TUV
Παπάς Κων/νος, Μηχανολόγος Μηχανικός
Παπακωνσταντίνου Νικόλαος, Σύμβουλος Ποιότητας
Πολάτογλου Χαρίτων, Αναπληρωτής Καθηγητής ΑΠΘ
Τζιώνας Παναγιώτης, Καθηγητής ΑΤΕΙΘ
Τσιάφης Ιωάννης, Επίκουρος Καθ. Μηχανολόγων Μηχ. ΑΠΘ
Χρυσαφίδης Ευάγγελος, Επίκουρος ΑΠΘ
Ψαρόπουλος Χρήστος, Οικονομολόγος MSc,-Καθηγ. Εθν. Σχολής Δημόσιας Διοίκησης

ΣΥΝΔΙΟΡΓΑΝΩΤΕΣ:
ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΡΟΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΑΠΘ

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2008

Το πορτρέτο

του Θανάση Λαδονικόλα

Ένα παράπονο και ένα δάκρυ
Πρώτο φθινόπωρο, πρώτη βροχή
Απόψε η σκέψη μου δεν βρίσκει άκρη
Απόψε ζύγισε η αντοχή

Ένα σκοτείνιασμα που με βαραίνει
Πικρή ανάμνηση σαν μαχαιριά
Πρώτο φθινόπωρο που με πεθαίνει
Πρώτο φθινόπωρο χωρίς χαρά

Ότι φαντάστηκα ήταν απάτη
Και αν κάτι έζησα έχει χαθεί
Τέτοιο φθινόπωρο χωρίς αγάπη
Τέτοιο φθινόπωρο μην ξαναρθεί.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

Γράμμα στο Πρωθυπουργό

Αγαπητέ Πρωθυπουργέ μας

Με έκπληξη αλλά και ανακούφιση διαβάσαμε στον τύπο και ακούσαμε από την τηλεόραση ότι το κράτος μας θα μοιράσει 28 δισεκατομμύρια ευρώ στις τράπεζες που περνάνε πολύ δύσκολες ώρες με την παγκόσμια κρίση.
Κατανοούμε πλήρως ότι οι κ.κ. Κωστόπουλος, Βγενόπουλος, Λάτσης και δυο τρεις άλλοι, έχουν τεράστια προβλήματα οι κακομοίρηδες και δυστυχώς οι επενδύσεις που έκαναν τώρα τελευταία ήταν ατυχείς και δεν τους πήγαν πολύ καλά.
Κατανοούμε πλήρως το πρόβλημα τους και τους συμπαραστεκόμαστε με όλη μας την ψυχή. Επίσης θα θέλαμε να σας συγχαρούμε για την συμπόνια που τους δείχνετε και την ευαισθησία σας στο μεγάλο τους πρόβλημα.

Θα θέλαμε όμως κ. Πρωθυπουργέ να σας επισημάνουμε ότι κι εμείς δεν πάμε πίσω. Οι υπογράφοντές μπορεί να μην έχουμε τέτοια μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι παραπάνω συμπολίτες μας, αλλά κι εμείς τώρα τελευταία δεν περνάμε καλύτερα.

Κι εμείς έχουμε δανειστεί, κι εμείς έχουμε να πληρώσουμε φως νερό τηλέφωνο, κι εμείς πρέπει να πληρώσουμε σχολεία, μισθούς και ρούχα για τα παιδιά μας. Άσε το Super Market. Μπορεί να μην χρειαζόμαστε τόσα λεφτά όσα οι παραπάνω συμπολίτες μας για το Super Market, αλλά κι εμείς κ. Πρωθυπουργέ μην νομίζετε τα βγάζουμε εύκολα πέρα.

Με την ευκαιρία λοιπόν της φιλανθρωπικής πράξης που ακούσαμε ότι θα κάνετε, θα θέλαμε να σας ζητήσουμε κι εμείς κάτι ανάλογο. Μόνο με 100.000 ευρώ στον καθένα θα σας ήμασταν ειλικρινά ευγνώμονες. Εμείς μάλιστα αναλογικά ζητάμε ένα πολύ μικρότερο ποσό. Απ’ ότι υπολογίσαμε αποφασίσατε να δώσε γύρω στα 2,8 δις στον καθένα από τους παραπάνω συμπολίτες μας που κι εμείς ολοψύχως τους συμπονάμε. Εμείς σας επαναλαμβάνουμε με 100.000 ευρώ στον καθένα είμαστε ευχαριστημένοι.

Όσο για την στήριξη της ελληνικής οικονομίας σας διαβεβαιώνουμε ότι κι εμείς φύλο και φτερό θα τα κάνουμε. Την επόμενη μέρα κιόλας θα βγούμε στην αγορά και θα τα μοιράσουμε. Ούτε ευρώ δεν θα μείνει στο σπίτι μας. Όπως εκείνοι σου υποσχέθηκαν ότι θα στηρίξουν την ελληνική οικονομία άλλο τόσο σου το υποσχόμαστε κι εμείς.

Αγαπητέ κ. Πρωθυπουργέ
Να χαρείς τα παιδάκια σου, είναι κρίμα και άδικο να μας αφήσετε εμάς απ’ έξω. Κι εμείς έχουμε ψυχή, κι εμείς κοπιάζουμε κάθε μέρα για το μεροκάματο του τρόμου, κι εμείς ζούμε στην ανασφάλεια κι εμείς πληρώνουμε φόρους. Μπορεί να μην παρουσιάζουμε 250 εκατομμύρια ευρώ κέρδη όπως ο κακομοίρης ο κ. Κωστόπουλος και να μην πληρώνουμε τόσο μεγάλους φόρους αλλά κι εμείς ότι έχουμε το δίνουμε.

Για αυτό κ. Πρωθυπουργέ
Γνωρίζοντας την μεγάλη ευαισθησία σας για τους πολίτες που έχουν πραγματικά ανάγκη όπως οι παραπάνω συμπολίτες μας, οι υπογράφοντες, ζητούμε από 100.000 ευρώ ο καθένας και σου υποσχόμαστε ότι για μια ζωή θα σε ευγνωμονούμε και δεν θα το ξεχάσουμε ποτέ.


Με τιμή

(Συνυπόγραψέ το, στείλε το στους φίλους σου και στο xk@30meres.gr)

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2008

Μια Φθινοπωρινή καταιγίδα

Θαλασσοταραχή, σύννεφα και κεραυνοί σκέψεων και λογισμών

Τα αφρισμένα κύματα ενοχλούν τα βράχια που ήσυχα ήσυχα λιάζονται στην άκρη της παραλίας. Οι βράχοι πονάνε από αυτό το παίδεμα αιώνων που ασταμάτητα υφίστανται. Το μαρτύριο τους μοιάζει να μην έχει αρχή , ούτε τέλος. Μάλλον όμως τέλος υπάρχει, αφού κάποια στιγμή σε κάποιο μη ορατό μέλλον τα βράχια θα γίνουν άμμος και τα κύματα θα την πάρουν μαζί τους στο πέλαγος. Τα κύματα ολοκλήρωσαν το έργο τους και τα βράχια μεταμορφωμένα ποια σε άμμο έφθασε η στιγμή να ξεκουραστούν επί τέλους στο βυθό της θάλασσας.

Ο Αέρας έρχεται δυνατός. Μαζί του πλησιάζουν απειλητικά και τα σύννεφα. Ο ήλιος κρύβεται, η θάλασσα ανταριάζει. Ο Άγγελος προσπαθεί να ανάψει τσιγάρο, αλλά μάταια. Ο αναπτήρας φαίνεται να αγνοεί το λόγο της κατασκευής του ή μάλλον ο αέρας που τώρα ποιά έχει δυναμώσει αρκετά τον εμποδίζει να επιτελέσει το έργο για το οποίο προορίζεται. Πίνεται όμως ο καφές που έχει παραγγείλει χωρίς ούτε ένα τσιγαράκι; Η εύκολη λύση είναι να αφήσει τη θέση του στο μπαλκόνι και να μετακινηθεί στο εσωτερικό της καφετέριας. Μα να χάσει αυτή τη μαγεία που τον περικυκλώνει μέσα στην αγκαλιά των στοιχειών της φύσης; Αμαρτία σκέφτεται. Προσβολή των αισθήσεων. «Θα μείνω εδώ στο κέντρο της αναταραχής της φύσης, έστω και χωρίς τσιγάρο.» Το βουητό του αέρα των συνεπαίρνει. Σε λίγο αρχίζουν και τα μπουμπουνητά. Η υγρασία και το κρύο αρχίζουν να γίνονται αντιληπτά. Η ομορφιά νικά την ισχύ. Σε λίγο η γεωμετρία των αισθήσεων θα φθάσει στη κορύφωση της.

Το κρύο τσουχτερό, παρά την εποχή, τον πιρουνιάζει και φθάνει μέχρι το μυαλό του. Αγγίζει και τη ψυχή του. Σκύβει ξεφυσώντας πασχίζοντας με την ανάσα του να ζεστάνει τη ψυχή του. Και ήταν μόνο μια συνηθισμένη φθινοπωρινή μπόρα, που μόλις άρχιζε. Βρέχεται αλλά παραμένει στη θέση του στο μπαλκόνι και χωρίς τσιγάρο. Και αν το είχε ανάψει; Δεν θα προλάβαινε να τραβήξει ούτε μία ρουφηξιά. Το νερό της βροχής τον μαστιγώνει ανελέητα. Το νερό της θάλασσας κάτω του δεν τον αγγίζει. Αυτό έχει βρει τα βράχια για θύμα του. Τα νερά ενώνονται. Ουρανός και Γη. Αυτός μόλις έχει χωρίσει Η Νέλλη του είπε κατάμουτρα ότι είναι ρατσιστής και μισογύνης και τον έδιωξε από το κοινό τους σπίτι. Ρατσιστής και μισογύνης αυτός; Αυτός ό τόσο ευαίσθητος άνθρωπος να δέχεται τα πυρά από τον μοναδικό άνθρωπο που αγάπησε τρελά;

Η παραμονή του στο μπαλκόνι έχει αρχίσει να γίνεται επώδυνη. Κρύο, υγρασία, βροχή, μπουμπουνητά, κύματα. Αλλά που να πάει; Το σπίτι του είναι η φύση και η καφετέρια το καθιστικό του. Όλη η περιουσία του στο πορτ παγκαζ του αυτοκινήτου του, κάπου έξω παρκαρισμένο. Και ιδού ο ρατσισμός του, η μοναξιά του. Δεν σκέπτεται να εγκαταλείψει αυτό το ονειρεμένο μέρος στο οποίο βρέθηκε τυχαία ξορκίζοντας τις εμμονές και τους εφιάλτες του. Δεν σκέφτεται να ανταλλάξει την ομορφιά με την ησυχία. Δεν υπολογίζει τι θα πουν οι άλλοι έστω και αν είναι πολυαγαπημένοι. Η Νέλλη τον κατηγορούσε για μισογυνισμό στις στιγμές των μοναχικών του αποδράσεων. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ήταν πολλές. Αλλά οι ιδέες δεν είναι μέταλλα να τις ηλεκτροσυγκολλήσεις για χάριν μιας συμβατικής συμβίωσης. Οι πρόσκαιρες αποδράσεις του, αποτελούν εργαλεία αυτογνωσίας και αναζητήσεων του εαυτού του και δυναμώνουν τη συμμετοχή του στις σχέσεις του. Τις οποιεσδήποτε σχέσεις του.

Τα δευτερόλεπτα περνούν και δεν ξαναγυρίζουν και τον οδηγούν στη καρδιά της καταιγίδας. Περνούν χωρίς νόστο, χωρίς πόθο, αλλά με πάθος. Η φύση δεν εκδίδει αποδείξεις. Τις αποδείξεις τις χρειάζονται οι λογιστές. Η φύση είναι ένα αδιάκοπο παιχνίδι γέννησης, ζωής και θανάτου, χωρίς ληξιαρχικές πράξεις και εγγραφές σε βιβλία. Είναι ένα παιχνίδι μνήμης αλλά και λήθης. Ένα παιχνίδι μιας καλόδεχτης δημιουργίας, αλλά και ενός μη επιθυμητού τέλους. Η φύση προκαλεί και προκαλείται. Καταστρέφεται και αντιδρά. Αυτοπροστατεύεται και τιμωρεί. Όπως τώρα που οι κεραυνοί της φύσης-θεού κυνηγούν να κάψουν τις χίμαιρες τους.

Ένα καΐκι πλησιάζει μέσα στη καταιγίδα. Έρχεται να προφυλαχθεί στο μικρό λιμάνι, παίζοντας με τα κύματα. Του θυμίζει τον πίνακα στο σαλόνι του πατρικού του. Βυθίζεται και ανεβαίνει συνέχεια. Όταν ήταν μικρός ο πίνακας αυτός ήταν το καταφύγιο του στις βαρετές συνάξεις φίλων, συγγενών και γειτόνων. Έφευγε μαζί του μακρινά ταξίδια μέσα στα κύματα αγνοώντας τον περίγυρο που καταδυνάστευε το ψυχισμό του. Το καΐκι του πίνακα που βολόδερνε στην ανταριασμένη θάλασσα οδηγούσε τις ονειροπολήσεις του σε μυστικούς παραδείσους. Οι αποδράσεις του εξαρτώντας από την καταπίεση που αισθάνονταν στα στημένα σκηνικά του καθωσπρεπισμού και της κενότητας που αυτός έφερνε στις σχέσεις των ανθρώπων. Δεν μπορούσε να αποδεχθεί τον εφησυχασμό που έφερνε η συνήθεια.

Τα ρούχα του έχουν κολλήσει πάνω του, από το πολύ νερό που ρουφούσαν λαίμαργα. Τους κεραυνούς δεν τους φοβάται. Αισθάνεται μέρος της φύσης και όχι εχθρός της. Το μπουρίνι δυναμώνει, αλλά μέχρι πότε; Ο λογισμός του ταξιδεύει ανάποδα από το δρομολόγιο του καϊκιού, που μόλις μπήκε στο λιμάνι. Πόσο θα ήθελε να βρίσκονταν στο μικρό νησί απέναντι στο κέντρο της καταιγίδας; Μόνος όπως είναι τώρα παρέα με τις σκέψεις του, αγκαλιάζοντας και υιοθετώντας παγανιστικά σύμβολα και δοξασίες, συνομιλώντας με τα σύννεφα και τους κεραυνούς, προσκυνώντας το μεγαλείο και τη δύναμη της φύσης.

Μέσα στην αντάρα, ένας μικρός αδύναμος και καχεκτικός ήλιος αρχίζει μουδιασμένα να ψιλοφαίνεται παίζοντας κρυφτούλι ανάμεσα στα σύννεφα. Προσπαθεί να δύσει πίσω από το νησί. Θα τα καταφέρει μέσα σε αυτόν το χαλασμό; Και δεν φαίνεται να υπάρχει προοπτική για καλοσύνεμα. Αισθάνθηκε σαν τον Οδυσσέα με τους συντρόφους του, που στο μακρινό ταξίδι της επιστροφής του, έφθασε στο νησί του Ήλιου. Και ο θεός Ήλιος τους τιμώρησε με τη καταιγίδα και τη θαλασσοταραχή που έστειλε για να τους τιμωρήσει , αφού έφαγαν κάποια από τα βόδια που βοσκούσαν οι κόρες του Λαμπετώ και Φωτεινή. Δεν τον τρόμαξαν κι αυτόν ούτε και τα μουγκρητά των γδαρμένων βοδιών πάνω στη σούβλα. Η απόγνωση γεννά ηρωισμό, ο ηρωισμός εξολοθρεύει τη σωφροσύνη.

Ο Θεός Ήλιος. Ποιος ξέρει αν είναι άνδρας ή γυναίκα; Στην Ελληνική μυθολογία, είτε αυτός ήταν κάποιος Τιτάνας είτε ο Δίας, είτε ο Απόλλων ήταν άνδρας. Στην Ιαπωνία και στην Ωκεανία εμφανιζόταν με γυναικεία μορφή. Ο Άγγελος αδυνατούσε να πάρει θέση, άλλωστε είχε ονοματιστεί μισογύνης. Και ο θεός ή η θεά ήλιος τώρα κρυβόταν. Είχε εγκαταλείψει τον Άγγελο, όπως κάποτε τον αυτοκράτορα Ιουλιανό στα βάθη της Φρυγίας. Το τίμημα της εγκατάλειψης ο θάνατος. Ο βασιλιάς Ήλιος δεν συμπεριφέρεται πάντα καλά στους γιούς του. Μα ο Άγγελος δεν είναι γιός του. Αυτός δεν έχει σχέση ούτε με τους δονκιχωτισμούς του Ιουλιανού, ούτε με τους Φαραώ της Αιγύπτου, ούτε με τον Φαέθωντα . Ο Άγγελος αντιλαμβάνεται τον Ήλιο σαν μέρος της φύσης. Και η φύση είναι όλα μαζί αυτά που βιώνει τώρα καθισμένος σε αυτό το μπαλκόνι. Όλα αυτά που υπάρχουν, αλλά και αυτά που πεισματικά κρύβονται.

Το σκοτάδι αρχίζει να πέφτει. Το νερό εξακολουθεί να τον μαστιγώνει αλύπητα. Κάπου ψηλά, πάνω από τα σύννεφα, στην γαλήνη του ουρανού ο Ήλιος παραδίνει τη σκυτάλη στην ερωμένη του Σελήνη. Η φύση αγαπά. Η φύση ερωτεύεται. Η φύση παθιάζεται. Πίσω από την ισχύ η ηρεμία. Πίσω από την καταιγίδα ο έρωτας. Το φως αγκαλιάζει το σκοτάδι. Η ψυχή αγγίζει το θείο. Η απόλυτη πνευματική ηδονή. Το σώμα βασανίζεται από το κρύο και τη βροχή, αλλά το πνεύμα ταξιδεύει πάνω από τα σύννεφα προσπαθώντας να αγγίξει τη τελειότητα. Θα την συναντήσει ποτέ;

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Το σιωπηλό Καφενείο

Ψυχολογικό Θρίλερ εσωτερικής αναζήτησης και υπαρξιακών αδιεξόδων

Η πόλη άγνωστη. Οι περιπλανήσεις μου με οδήγησαν σε αυτήν για πρώτη φορά . Το ξενοδοχείο μικρό, αλλά καθαρό. Ποτέ όμως δεν υπήρξε ξενοδοχείο ικανό να με κρατήσει μέσα. Για το παιχνίδι Ολυμπιακός-Ανόρθωση που έδειχνε η τηλεόραση, παιχνίδι ζωής ή θανάτου σύμφωνα με τους ειδικούς αδιαφόρησα. Για τον Κωστάκη που προετοίμαζε το λόγο του για την Διεθνή έκθεση Θεσσαλονίκης γέλασα. Tο Γιώργο που συναντήθηκε με το συμβούλιο των βιομηχάνων Βορείου Ελλάδας τον αγνόησα. Εν πάση περιπτώσει έκλεισα το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο. Η αλήθεια είναι ότι όταν ξεκίνησα να οδηγήσω δεν καθόρισα συγκεκριμένο προορισμό. Όπου και όποτε. Έβαλα ένα cd με μουσική των KWAN . Επέλεξα το Tainted Love. Το τραγούδι τέλειωσε. Φρενάρισα απότομα. Τα λάστιχα στρίγγλισαν. Το τιμόνι έπαιζε στα χέρια μου. Το πεντάλ αντιστεκότανε με διακοπές. Το ABS δούλεψε σκέφτηκα. Καφενείον η ΩΡΑΙΑ ΕΛΛΑΣ είδα.

Η θέση πάρκιγκ μπροστά στο καφενέ με περίμενε, αλλά εγώ αδιαφόρησα. Και αν καθόμουνα πρώτο τραπέζι πίστα θα έβλεπα τη κίνηση της πόλης μέσα από τα σκονισμένα τζάμια τους παλιού μου σιτροέν; Θα έχανα την ομορφιά της απλότητας μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς πραγμάτων που με καταπιέζουν; Παρκάρισα πενήντα μέτρα ποιο πέρα. Άλλωστε χώρος υπήρχε άφθονος. Μερικές φορές αισθάνομαι ότι διαθέτω ακόμη κάποια ψήγματα επαναστατικότητας στις κρατούσες μικροαστικές λογικές. Η αισθητική μου δεν δέχεται εξαιρέσεις. Ας περπατήσω βρε αδερφέ και δέκα παραπάνω μέτρα.

Δεν ξέρω πως μου ήλθε όταν το είδα, αλλά η ατμόσφαιρα και τα μπαϊτς που εξέπεμπε με συντάραξε και αυθόρμητα σταμάτησα. Είχα καιρό να πιω το καφέ μου σε ένα παραδοσιακό καφενείο. Και αυτό ήταν πράγματι ένα παλιό καφενείο σε μια μικρή ξεχασμένη από τον πολιτισμό πόλη. Δεν υπήρχε πάνω του τίποτε το προσποιητό και το εξεζητημένο. Η λογική των δήθεν δεν έφθασε ποτέ εδώ. Αυτή παρέμεινε προνόμιο των πρόσφατα εκπολιτισμένων κατοίκων των μεγαλουπόλεων και κακομοίρικος εξωραϊσμός της μιζέριας τους.

Το καφενείο βρισκόταν σε ένα σταθμό τραίνου. Σταθμός που μάλλον δεν χρησιμοποιούνταν ή φιλοξενούσε σπάνια τραίνα. Από τη μια πλευρά του έβλεπε τη πόλη και από την άλλη τη σιδηροδρομική γραμμή που ήταν πνιγμένη στο πράσινο. Αν περνούσε τραίνο από εκείνη τη γραμμή θα έπρεπε να πνιγόταν από τα λουλούδια και τα δέντρα που υπήρχαν σε εντυπωσιακή ποσότητα και ποιότητα στο μέρος εκείνο. Τα ξύλινα τραπεζάκια με τη μαρμάρινη επιφάνεια συνοδεύονταν από αυθεντικές ξύλινες καρέκλες απομεινάρια μιας άλλης εποχής χαμένης στη λησμονιά. Ο εσωτερικός του χώρος λιτός. Ξύλο, γυαλί και μάρμαρο. Τραπεζάκια υπήρχαν και στις δύο εξωτερικές μεριές του. Στο εσωτερικό του κάποια από αυτά αντί για μάρμαρο διέθεταν πράσινη τσόχα. Το εθνικό σπορ μιας άλλης εποχής.

Επέλεξα τη μεριά που έβλεπε στο δρόμο. Σαν άνθρωπος της πόλης θέλησα να αφουγκραστώ το σφυγμό της. Και ευτυχώς ο ορίζοντας μου ήταν αρκετά μεγάλος αφού ο δρόμος ήταν πλατύς και δεν ήταν χτισμένα όλα τα οικόπεδα στη περιοχή. Δεν υπήρχε άλλωστε και το σιτροέν μου να μου κρύβει τη θέα. Διεφθαρμένη αγάπη σκέφτηκα σφυρίζοντας ακόμη το τραγουδάκι των KWAN που άκουγα, πριν βρω τη λύτρωση στη μοναξιά μου σε αυτή τη ξεχασμένη από το χρόνο γωνιά. Η κίνηση στο δρόμο ήταν μικρή. Που και που κανένα αυτοκίνητο και μάλλον περισσότεροι οι πεζοί.

Το βλέμμα μου διατρέχοντας τους θαμώνες σταμάτησε σε ένα πρόσωπο σκληρό ξερακιανό με κουρασμένο βλέμμα που έκρυβε πόνο. Ήταν φανερό το φοβικό σύνδρομο που τον κατείχε. Να ήταν άραγε απέναντι στη κοινωνία; Στον εαυτό του; Σε μένα που καθόμουν στο διπλανό τραπέζι; Ένοιωθε απειλή ; και από ποιόν; Τον ονόμασα Γιώργο. Ήταν καμιά εξηνταριά χρονών. Κουρασμένος και βαρύς. Τον καλησπέρισα όταν ήλθα να καθίσω δίπλα του αλλά με αγνόησε. Με αισθάνθηκε σαν απειλή στη μοναξιά του. Και όμως τη μοναξιά γεννά η αδιαφορία των άλλων. Το υλιστικό κομμάτι του εαυτού του ακμαίο, το λογισμικό όμως φαίνεται να απεργεί.

Προσπάθησα να το καταλάβω, παρακολουθώντας διακριτικά τη συμπεριφορά του. Η μόνη του αντίδραση ήταν το να σηκώνει που και που το ποτηράκι με το ούζο που του είχαν σερβίρει και να το φέρνει στο στόμα του. Κοίταξα απέναντι στην άλλη μεριά του δρόμου. Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά. Τα φώτα αδυνατούσαν να αντικαταστήσουν τον ήλιο. Διέκρινε στο βάθος απέναντι ένα χαμόσπιτο. Κατοικούνταν αλλά ήταν σκοτεινό και σιωπηλό. Νάτο το σπίτι του Γιώργου. Δεν υπήρχε κανένας να τον περιμένει. Η κυρά Φωτεινή τον είχε εγκαταλείψει πριν κανένα χρόνο, μαζί και τον μάταιο τούτο κόσμο. Τα παιδιά του έφυγαν για τη πρωτεύουσα και έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους. Ο Γιώργος αισθανόταν τώρα σαν ένα παγκόσμιο πτυελοδοχείο. Η μνήμη στραγγάλιζε την φαντασία του, στη μόνη που θα μπορούσε να επενδύσει για κάποιο ποιο αξιοπρεπές μέλλον.

Αγοράκι μου, τι να σου προσφέρω; Η σερβιτόρα, ιδιοκτήτρια, το κορίτσι του μαγαζιού ή ότι άλλο ήταν, διέκοψε τη κατασκοπία της ζωής και της ψυχής του Γιώργου. Το αγοράκι βέβαια ήμουν εγώ σχεδόν πενήντα χρονών , αλλά με τα μάτια της εξηντάρας σχεδόν γκαρσόνας ο ξένος στη στερημένη ζωή της θα έμοιαζε πιτσιρικάς. «Ουίσκι έχετε;» Ρώτησα διστακτικά. «Αμέ» μου απάντησε και μου φάνηκε ότι διέκρινα ένα ειρωνικό τόνο στην απάντηση της. Τσαχπινιά στα εξήντα σκέφτηκα. Μάλλον την πρόσβαλε η ερώτηση μου. «Τι μας πέρασες βρε σούργελο, ότι δεν θα γνωρίζαμε το ουίσκι;» Κάτι τέτοιο αισθάνθηκα ότι θέλει να μου πει, αλλά δεν μου το είπε. «Με πάγο παρακαλώ» της απάντησα «αν έχετε» την πρόγκιξα. Έφυγε χωρίς να μου πει λέξη. Για την ηλικία της φαινόταν ακόμη ζωντανή.

Την ονομάτισα Κούλα. Δεν ξέρω το γιατί, αλλά έμεινα με την εντύπωση από τη συμπεριφορά της ότι γνωρίζω το παλιό της επάγγελμα. Στα πενήντα της παντρεύτηκε τον νταβατζή της και με τα λεφτά της δουλειάς τόσων χρόνων αγόρασαν τούτον εδώ το καφενέ. Το χθες δεν θα το ξανασυναντήσει ποτέ, το αύριο μπορεί και το ανταμώνει όσο ζει. Και η Κούλα από τι φαίνεται θα ζήσει πολύ αύριο ακόμα. Η προίκα του πόνου από τη προηγούμενη ζωή της δεν άφησε σημάδια στη ψυχή της. Αλλά στ’ αλήθεια ποιος ξέρει πίσω από τη βιτρίνα τι κρύβεται ; Πίσω από το κτητικό «μου» που ξεστόμισε μαζί με το «αγοράκι» διέκρινα μια αόριστη τάση φυγής. Φυγή με ένα ξένο. Φαντασία που εκδηλώθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Στιγμιαία αντίδραση καταπιεσμένου.

Το ουίσκι ήλθε. Οι σκέψεις έφυγαν. Η ώριμη τσαχπινιά αντικαταστάθηκε από τυπική επαγγελματική συμπεριφορά. Η Κούλα με το κοσμοπολίτικο αέρα τη στιγμή της παραγγελίας έγινε η Κούλα του σιωπηλού καφενέ. Ενσωματώθηκε στο περιβάλλον. Ήπια τη πρώτη γουλιά από το ουίσκι μου. Κατέβασα το ποτήρι και το ακούμπησα στο μάρμαρο. Και τότε ο Γιώργος έκανε τη δικιά του κίνηση. Πήρε το ποτήρι με το ούζο και το έφερε στο στόμα του. Φαίνεται η συμπεριφορά μας να μην είναι ίδια. Η συνύπαρξη μας είναι αναγκαίο κακό. Κατέβασε το ποτήρι του και βυθίστηκε στο λήθαργο του. Μόνο τη στιγμή που έπινε το ποτό του ξεχώριζε από τους νεκρούς. Μόνο τότε μπορούσες να ξεχωρίσεις μια σπίθα ζωής στα σιωπηλά του μάτια.

Στο μοναδικό άλλο τραπέζι που ήταν κατειλημμένο σε αυτή τη μεριά του μαγαζιού, λίγα μέτρα ποιο πέρα από μένα, το βλέμμα μου συνάντησε ένα παπά. Τέτοια ώρα να πίνει καφέ; Αναρωτήθηκα. Να και ο ρουφιάνος του θεού στη παρέα μας. Να και ο εκπρόσωπος μιας α-θρησκης θρησκείας. Φαίνεται ότι δεν με πρόσεξε. Δεν πρόσεξε και την απειλή που έκρυβα για τη δουλειά και τη ταυτότητα του. Οι προσβλητικές μου για αυτόν σκέψεις δεν τον άγγιξαν και ούτε ευτυχώς για μένα του μεταφερθήκαν με τηλεπάθεια. Κινδύνευα να χάσω άλλωστε τη βασιλεία των ουρανών. Άναψε ένα τσιγάρο. Τον ονομάτισα Παπά Γιάννη. Ήταν δεν ήταν πενήντα χρονών. Πάνω κάτω στην ηλικία μου. Είχε χειροτονηθεί μικρός και είχε παντρευτεί ακόμη μικρότερος. Το σχολείο δεν το είχε τελειώσει. Το ευαγγέλιο όμως μπορούσε να το διαβάσει. Χρόνια παπαδάκι από πολύ μικρός είχε μάθει όλη τη λειτουργία απ’ έξω. Κάποιο μικρό πρόβλημα τη Μεγάλη Πέμπτη με τα δώδεκα ευαγγέλια ξεπερνιόνταν με την άγνοια του εκκλησιάσματος.

Προσπάθησα να μετρήσω τα μηδενικά που με περικύκλωναν. Ήταν τρία. Όλα μαζί χωρίς αξία. Αν κι εγώ ήμουν μηδενικό θα γινόμασταν τέσσερα. Αν όμως σε όλα αυτά μπροστά τους βάλεις και ένα ταπεινό άσσο τότε η αξία μας θα γίνονταν πολύ μεγάλη. Υπήρχε όμως αυτός ο άσσος στη παρέα μας; Τον περιμέναμε να έλθει; Ήμουν εγώ αυτός η κάποιος από τη παράξενη συντροφιά μας που τον είχα αδικήσει; Η μήπως το άψυχο περιβάλλον που μας αγκάλιαζε την δροσερή αυτή νύχτα του Φθινοπώρου θα μπορούσε να προσδώσει αξία στην ύπαρξη μας; Ο παλιός σταθμός, η σκουριασμένη σιδηροδρομική γραμμή, τα ξύλινα τραπεζάκια με το μάρμαρο, τα δέντρα, τα λουλούδια, ο σιωπηλός δρόμος, τα σκοτεινά σπίτια, ο σκύλος που περνούσε εκείνη την ώρα από μπροστά μου με νωχελικό βηματισμό.

Κοίταξα τον ουρανό. Το φεγγάρι ολόγιομο ή σχεδόν. Τα αστέρια διαφορετικής ηλικίας, μεγέθους, λαμπρότητας και χρώματος με παρατηρούν και αυτά σιωπηλά. Αλλά όχι κάτι άκουσα. Μα είναι δυνατόν να μου μιλούν; «Δυστυχισμένε άνθρωπε, νομίζεις ότι είσαι ελεύθερος; Μήπως ζεις με τις ψευδαισθήσεις σου; Μήπως κλείδωσες την ελευθερία σου στη φυλακή ενός αλλοπρόσαλλου ψυχισμού σου και τα κλειδιά τα πέταξες σε μας; Μήπως θα πρέπει να μας κατεβάσεις στη γη ή να ανέβεις εσύ σε μας για να πάρεις ξανά τα κλειδιά της ελευθερίας σου;»

Σύμπαν, μαύρες τρύπες, ήλιοι, η ηχώ της μεγάλης έκρηξης, η γη, η φύση, οι άνθρωποι, η ψυχή, ο Γιώργος, η Κούλα, ο Παπά Γιάννης. Όλα πέρασαν χωρίς καθορισμένη σειρά από το μυαλό μου, ανάκατα και μπερδεμένα μεταξύ τους δημιουργώντας ερωτηματικά και ζητώντας απαντήσεις. Που να οφείλεται άραγε αυτή η ευφυής πολυπλοκότητα του σύμπαντος ; Υπάρχει θεός; Και αν υπάρχει ποια είναι η σχέση του με το σύμπαν; Η φύση είναι μέρος του θεού; Ο άνθρωπος φτιαγμένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» και με τη δύναμη της πίστης μπορεί να ταυτισθεί με το θεό; Που φιλοξενούνται οι ψυχές μετά το θάνατο; Το Υπερπέραν θα ήταν μια κάποια λύση; Υπάρχει ελεύθερη βούληση;