Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
απελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Το σιωπηλό Καφενείο

Ψυχολογικό Θρίλερ εσωτερικής αναζήτησης και υπαρξιακών αδιεξόδων

Η πόλη άγνωστη. Οι περιπλανήσεις μου με οδήγησαν σε αυτήν για πρώτη φορά . Το ξενοδοχείο μικρό, αλλά καθαρό. Ποτέ όμως δεν υπήρξε ξενοδοχείο ικανό να με κρατήσει μέσα. Για το παιχνίδι Ολυμπιακός-Ανόρθωση που έδειχνε η τηλεόραση, παιχνίδι ζωής ή θανάτου σύμφωνα με τους ειδικούς αδιαφόρησα. Για τον Κωστάκη που προετοίμαζε το λόγο του για την Διεθνή έκθεση Θεσσαλονίκης γέλασα. Tο Γιώργο που συναντήθηκε με το συμβούλιο των βιομηχάνων Βορείου Ελλάδας τον αγνόησα. Εν πάση περιπτώσει έκλεισα το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο. Η αλήθεια είναι ότι όταν ξεκίνησα να οδηγήσω δεν καθόρισα συγκεκριμένο προορισμό. Όπου και όποτε. Έβαλα ένα cd με μουσική των KWAN . Επέλεξα το Tainted Love. Το τραγούδι τέλειωσε. Φρενάρισα απότομα. Τα λάστιχα στρίγγλισαν. Το τιμόνι έπαιζε στα χέρια μου. Το πεντάλ αντιστεκότανε με διακοπές. Το ABS δούλεψε σκέφτηκα. Καφενείον η ΩΡΑΙΑ ΕΛΛΑΣ είδα.

Η θέση πάρκιγκ μπροστά στο καφενέ με περίμενε, αλλά εγώ αδιαφόρησα. Και αν καθόμουνα πρώτο τραπέζι πίστα θα έβλεπα τη κίνηση της πόλης μέσα από τα σκονισμένα τζάμια τους παλιού μου σιτροέν; Θα έχανα την ομορφιά της απλότητας μέσα από τους παραμορφωτικούς φακούς πραγμάτων που με καταπιέζουν; Παρκάρισα πενήντα μέτρα ποιο πέρα. Άλλωστε χώρος υπήρχε άφθονος. Μερικές φορές αισθάνομαι ότι διαθέτω ακόμη κάποια ψήγματα επαναστατικότητας στις κρατούσες μικροαστικές λογικές. Η αισθητική μου δεν δέχεται εξαιρέσεις. Ας περπατήσω βρε αδερφέ και δέκα παραπάνω μέτρα.

Δεν ξέρω πως μου ήλθε όταν το είδα, αλλά η ατμόσφαιρα και τα μπαϊτς που εξέπεμπε με συντάραξε και αυθόρμητα σταμάτησα. Είχα καιρό να πιω το καφέ μου σε ένα παραδοσιακό καφενείο. Και αυτό ήταν πράγματι ένα παλιό καφενείο σε μια μικρή ξεχασμένη από τον πολιτισμό πόλη. Δεν υπήρχε πάνω του τίποτε το προσποιητό και το εξεζητημένο. Η λογική των δήθεν δεν έφθασε ποτέ εδώ. Αυτή παρέμεινε προνόμιο των πρόσφατα εκπολιτισμένων κατοίκων των μεγαλουπόλεων και κακομοίρικος εξωραϊσμός της μιζέριας τους.

Το καφενείο βρισκόταν σε ένα σταθμό τραίνου. Σταθμός που μάλλον δεν χρησιμοποιούνταν ή φιλοξενούσε σπάνια τραίνα. Από τη μια πλευρά του έβλεπε τη πόλη και από την άλλη τη σιδηροδρομική γραμμή που ήταν πνιγμένη στο πράσινο. Αν περνούσε τραίνο από εκείνη τη γραμμή θα έπρεπε να πνιγόταν από τα λουλούδια και τα δέντρα που υπήρχαν σε εντυπωσιακή ποσότητα και ποιότητα στο μέρος εκείνο. Τα ξύλινα τραπεζάκια με τη μαρμάρινη επιφάνεια συνοδεύονταν από αυθεντικές ξύλινες καρέκλες απομεινάρια μιας άλλης εποχής χαμένης στη λησμονιά. Ο εσωτερικός του χώρος λιτός. Ξύλο, γυαλί και μάρμαρο. Τραπεζάκια υπήρχαν και στις δύο εξωτερικές μεριές του. Στο εσωτερικό του κάποια από αυτά αντί για μάρμαρο διέθεταν πράσινη τσόχα. Το εθνικό σπορ μιας άλλης εποχής.

Επέλεξα τη μεριά που έβλεπε στο δρόμο. Σαν άνθρωπος της πόλης θέλησα να αφουγκραστώ το σφυγμό της. Και ευτυχώς ο ορίζοντας μου ήταν αρκετά μεγάλος αφού ο δρόμος ήταν πλατύς και δεν ήταν χτισμένα όλα τα οικόπεδα στη περιοχή. Δεν υπήρχε άλλωστε και το σιτροέν μου να μου κρύβει τη θέα. Διεφθαρμένη αγάπη σκέφτηκα σφυρίζοντας ακόμη το τραγουδάκι των KWAN που άκουγα, πριν βρω τη λύτρωση στη μοναξιά μου σε αυτή τη ξεχασμένη από το χρόνο γωνιά. Η κίνηση στο δρόμο ήταν μικρή. Που και που κανένα αυτοκίνητο και μάλλον περισσότεροι οι πεζοί.

Το βλέμμα μου διατρέχοντας τους θαμώνες σταμάτησε σε ένα πρόσωπο σκληρό ξερακιανό με κουρασμένο βλέμμα που έκρυβε πόνο. Ήταν φανερό το φοβικό σύνδρομο που τον κατείχε. Να ήταν άραγε απέναντι στη κοινωνία; Στον εαυτό του; Σε μένα που καθόμουν στο διπλανό τραπέζι; Ένοιωθε απειλή ; και από ποιόν; Τον ονόμασα Γιώργο. Ήταν καμιά εξηνταριά χρονών. Κουρασμένος και βαρύς. Τον καλησπέρισα όταν ήλθα να καθίσω δίπλα του αλλά με αγνόησε. Με αισθάνθηκε σαν απειλή στη μοναξιά του. Και όμως τη μοναξιά γεννά η αδιαφορία των άλλων. Το υλιστικό κομμάτι του εαυτού του ακμαίο, το λογισμικό όμως φαίνεται να απεργεί.

Προσπάθησα να το καταλάβω, παρακολουθώντας διακριτικά τη συμπεριφορά του. Η μόνη του αντίδραση ήταν το να σηκώνει που και που το ποτηράκι με το ούζο που του είχαν σερβίρει και να το φέρνει στο στόμα του. Κοίταξα απέναντι στην άλλη μεριά του δρόμου. Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά. Τα φώτα αδυνατούσαν να αντικαταστήσουν τον ήλιο. Διέκρινε στο βάθος απέναντι ένα χαμόσπιτο. Κατοικούνταν αλλά ήταν σκοτεινό και σιωπηλό. Νάτο το σπίτι του Γιώργου. Δεν υπήρχε κανένας να τον περιμένει. Η κυρά Φωτεινή τον είχε εγκαταλείψει πριν κανένα χρόνο, μαζί και τον μάταιο τούτο κόσμο. Τα παιδιά του έφυγαν για τη πρωτεύουσα και έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους. Ο Γιώργος αισθανόταν τώρα σαν ένα παγκόσμιο πτυελοδοχείο. Η μνήμη στραγγάλιζε την φαντασία του, στη μόνη που θα μπορούσε να επενδύσει για κάποιο ποιο αξιοπρεπές μέλλον.

Αγοράκι μου, τι να σου προσφέρω; Η σερβιτόρα, ιδιοκτήτρια, το κορίτσι του μαγαζιού ή ότι άλλο ήταν, διέκοψε τη κατασκοπία της ζωής και της ψυχής του Γιώργου. Το αγοράκι βέβαια ήμουν εγώ σχεδόν πενήντα χρονών , αλλά με τα μάτια της εξηντάρας σχεδόν γκαρσόνας ο ξένος στη στερημένη ζωή της θα έμοιαζε πιτσιρικάς. «Ουίσκι έχετε;» Ρώτησα διστακτικά. «Αμέ» μου απάντησε και μου φάνηκε ότι διέκρινα ένα ειρωνικό τόνο στην απάντηση της. Τσαχπινιά στα εξήντα σκέφτηκα. Μάλλον την πρόσβαλε η ερώτηση μου. «Τι μας πέρασες βρε σούργελο, ότι δεν θα γνωρίζαμε το ουίσκι;» Κάτι τέτοιο αισθάνθηκα ότι θέλει να μου πει, αλλά δεν μου το είπε. «Με πάγο παρακαλώ» της απάντησα «αν έχετε» την πρόγκιξα. Έφυγε χωρίς να μου πει λέξη. Για την ηλικία της φαινόταν ακόμη ζωντανή.

Την ονομάτισα Κούλα. Δεν ξέρω το γιατί, αλλά έμεινα με την εντύπωση από τη συμπεριφορά της ότι γνωρίζω το παλιό της επάγγελμα. Στα πενήντα της παντρεύτηκε τον νταβατζή της και με τα λεφτά της δουλειάς τόσων χρόνων αγόρασαν τούτον εδώ το καφενέ. Το χθες δεν θα το ξανασυναντήσει ποτέ, το αύριο μπορεί και το ανταμώνει όσο ζει. Και η Κούλα από τι φαίνεται θα ζήσει πολύ αύριο ακόμα. Η προίκα του πόνου από τη προηγούμενη ζωή της δεν άφησε σημάδια στη ψυχή της. Αλλά στ’ αλήθεια ποιος ξέρει πίσω από τη βιτρίνα τι κρύβεται ; Πίσω από το κτητικό «μου» που ξεστόμισε μαζί με το «αγοράκι» διέκρινα μια αόριστη τάση φυγής. Φυγή με ένα ξένο. Φαντασία που εκδηλώθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου. Στιγμιαία αντίδραση καταπιεσμένου.

Το ουίσκι ήλθε. Οι σκέψεις έφυγαν. Η ώριμη τσαχπινιά αντικαταστάθηκε από τυπική επαγγελματική συμπεριφορά. Η Κούλα με το κοσμοπολίτικο αέρα τη στιγμή της παραγγελίας έγινε η Κούλα του σιωπηλού καφενέ. Ενσωματώθηκε στο περιβάλλον. Ήπια τη πρώτη γουλιά από το ουίσκι μου. Κατέβασα το ποτήρι και το ακούμπησα στο μάρμαρο. Και τότε ο Γιώργος έκανε τη δικιά του κίνηση. Πήρε το ποτήρι με το ούζο και το έφερε στο στόμα του. Φαίνεται η συμπεριφορά μας να μην είναι ίδια. Η συνύπαρξη μας είναι αναγκαίο κακό. Κατέβασε το ποτήρι του και βυθίστηκε στο λήθαργο του. Μόνο τη στιγμή που έπινε το ποτό του ξεχώριζε από τους νεκρούς. Μόνο τότε μπορούσες να ξεχωρίσεις μια σπίθα ζωής στα σιωπηλά του μάτια.

Στο μοναδικό άλλο τραπέζι που ήταν κατειλημμένο σε αυτή τη μεριά του μαγαζιού, λίγα μέτρα ποιο πέρα από μένα, το βλέμμα μου συνάντησε ένα παπά. Τέτοια ώρα να πίνει καφέ; Αναρωτήθηκα. Να και ο ρουφιάνος του θεού στη παρέα μας. Να και ο εκπρόσωπος μιας α-θρησκης θρησκείας. Φαίνεται ότι δεν με πρόσεξε. Δεν πρόσεξε και την απειλή που έκρυβα για τη δουλειά και τη ταυτότητα του. Οι προσβλητικές μου για αυτόν σκέψεις δεν τον άγγιξαν και ούτε ευτυχώς για μένα του μεταφερθήκαν με τηλεπάθεια. Κινδύνευα να χάσω άλλωστε τη βασιλεία των ουρανών. Άναψε ένα τσιγάρο. Τον ονομάτισα Παπά Γιάννη. Ήταν δεν ήταν πενήντα χρονών. Πάνω κάτω στην ηλικία μου. Είχε χειροτονηθεί μικρός και είχε παντρευτεί ακόμη μικρότερος. Το σχολείο δεν το είχε τελειώσει. Το ευαγγέλιο όμως μπορούσε να το διαβάσει. Χρόνια παπαδάκι από πολύ μικρός είχε μάθει όλη τη λειτουργία απ’ έξω. Κάποιο μικρό πρόβλημα τη Μεγάλη Πέμπτη με τα δώδεκα ευαγγέλια ξεπερνιόνταν με την άγνοια του εκκλησιάσματος.

Προσπάθησα να μετρήσω τα μηδενικά που με περικύκλωναν. Ήταν τρία. Όλα μαζί χωρίς αξία. Αν κι εγώ ήμουν μηδενικό θα γινόμασταν τέσσερα. Αν όμως σε όλα αυτά μπροστά τους βάλεις και ένα ταπεινό άσσο τότε η αξία μας θα γίνονταν πολύ μεγάλη. Υπήρχε όμως αυτός ο άσσος στη παρέα μας; Τον περιμέναμε να έλθει; Ήμουν εγώ αυτός η κάποιος από τη παράξενη συντροφιά μας που τον είχα αδικήσει; Η μήπως το άψυχο περιβάλλον που μας αγκάλιαζε την δροσερή αυτή νύχτα του Φθινοπώρου θα μπορούσε να προσδώσει αξία στην ύπαρξη μας; Ο παλιός σταθμός, η σκουριασμένη σιδηροδρομική γραμμή, τα ξύλινα τραπεζάκια με το μάρμαρο, τα δέντρα, τα λουλούδια, ο σιωπηλός δρόμος, τα σκοτεινά σπίτια, ο σκύλος που περνούσε εκείνη την ώρα από μπροστά μου με νωχελικό βηματισμό.

Κοίταξα τον ουρανό. Το φεγγάρι ολόγιομο ή σχεδόν. Τα αστέρια διαφορετικής ηλικίας, μεγέθους, λαμπρότητας και χρώματος με παρατηρούν και αυτά σιωπηλά. Αλλά όχι κάτι άκουσα. Μα είναι δυνατόν να μου μιλούν; «Δυστυχισμένε άνθρωπε, νομίζεις ότι είσαι ελεύθερος; Μήπως ζεις με τις ψευδαισθήσεις σου; Μήπως κλείδωσες την ελευθερία σου στη φυλακή ενός αλλοπρόσαλλου ψυχισμού σου και τα κλειδιά τα πέταξες σε μας; Μήπως θα πρέπει να μας κατεβάσεις στη γη ή να ανέβεις εσύ σε μας για να πάρεις ξανά τα κλειδιά της ελευθερίας σου;»

Σύμπαν, μαύρες τρύπες, ήλιοι, η ηχώ της μεγάλης έκρηξης, η γη, η φύση, οι άνθρωποι, η ψυχή, ο Γιώργος, η Κούλα, ο Παπά Γιάννης. Όλα πέρασαν χωρίς καθορισμένη σειρά από το μυαλό μου, ανάκατα και μπερδεμένα μεταξύ τους δημιουργώντας ερωτηματικά και ζητώντας απαντήσεις. Που να οφείλεται άραγε αυτή η ευφυής πολυπλοκότητα του σύμπαντος ; Υπάρχει θεός; Και αν υπάρχει ποια είναι η σχέση του με το σύμπαν; Η φύση είναι μέρος του θεού; Ο άνθρωπος φτιαγμένος «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» και με τη δύναμη της πίστης μπορεί να ταυτισθεί με το θεό; Που φιλοξενούνται οι ψυχές μετά το θάνατο; Το Υπερπέραν θα ήταν μια κάποια λύση; Υπάρχει ελεύθερη βούληση;

Τρίτη 15 Ιουλίου 2008

Ένα γράμμα που δεν στάλθηκε ποτέ

Σε είδα πάλι χθες το απόγευμα την ώρα του δειλινού να περνάς . Το ίδιο σιωπηλή και απρόσιτη , όπως πάντα. Κοντοστάθηκες κάτω από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου, γυρίζοντας μου τη πλάτη. Έκατσες απέναντι μου στο πεζούλι της παραλίας κοιτάζοντας τη ρόδινη γραμμή που ο ήλιος άφηνε στην επιφάνεια της θάλασσας, την ώρα που ετοιμάζονταν να κοιμηθεί εκεί μακριά στο τέρμα του απέραντου γαλάζιου. Ίσως να σε συγκινούσαν και οι βαρκούλες που διέσχιζαν εγκάρσια τη γραμμή, που την έκαναν να μοιάζει περισσότερο με φωτιά καθώς κουνούσαν το νερό. Δεν διέκρινα σημάδια των σκέψεων σου, ούτε κάποιες κινήσεις σου, που να φανερώνουν στιγμές συγκίνησης. Η μοναξιά σου μέσα στην απόλυτη σιωπή. Κι εγώ τρία μέτρα ποιο πάνω σου να προσπαθώ να σε καταλάβω. Τώρα η γραμμή της φωτιάς έχει γίνει κόκκινη. Ανάμεσα στον ήλιο που δύει και σε μένα ένα κορίτσι μοναχικό, που τα ξανθιά μαλλιά του παίρνουν όσο φως έχει απομείνει από τον ήλιο.

Η γραμμή που μας ένωνε φεύγει. Ο ήλιος χάνεται στο τέλος της θάλασσας και η κόκκινη γραμμή στεφανώνει πια το νησάκι στο βάθος του κόλπου. Αν μπορούσα να δω τα μάτια σου!! Μένω με την εικόνα του ήλιου που πριν πεθάνει σε αγκαλιάζει. Αγάπη μου με απατάς πριν με γνωρίσεις με τα στοιχειά της φύσης. Γίνεσαι μπροστά μου όραμα και οπτασία και σε κλέβουν μέσα από την αγκαλιά μου. Αγκαλιά που δεν γνώρισες και μάλλον η δειλία μου σου απαγορεύει να τη γνωρίσεις.

Η νύχτα σιγά σιγά πέφτει. Τα φώτα της πόλης σμίγουν με το νερό. Κι εσύ σταθερή στο πόστο σου λίγα μέτρα μακριά μου, κοντά στο νερό και με τα φώτα πίσω σου και μπροστά σου. Στο σκοτάδι η μορφή σου δεν χάνεται. Το στοιχειό που αναγνωρίζω στην ύπαρξη σου δεν κρύβεται μόλις πέφτει το σκοτάδι. Δεν λειτουργείς σαν τις οπτασίες των ονείρων μου. Είσαι ακόμη εκεί μπροστά μου ζωντανή αν και βλέπω μόνο το πίσω μέρος σου. Και τι δεν θα δινα να γυρίσεις να δω το πρόσωπο σου. Το φεγγάρι δεν είχε ακόμη βγει. Σε αυτό έλπιζα για να γυρίσεις να το δεις και να με δεις.

Και το φεγγάρι ανέτειλε πίσω μου. Ήταν αδύνατο να το δω αφού το έκρυβε ο όγκος του ξενοδοχείου μου. Θα έπρεπε να περιμένω τουλάχιστον μια ώρα για να μπορέσω να το αντικρύσω. Ίσως αυτή την ώρα περίμενες κι εσύ για να γυρίσεις. Και όταν το φεγγάρι του Αυγούστου ξεπρόβαλε πάνω μου και με έλουσε το φως του, γύρισες. Θέλω να πιστεύω, ότι μαζί με το φεγγάρι είδες κι εμένα. Ποιος ξέρει; Σημάδι σου δεν πήρα. Τα ξανθά σου μαλλιά έκρυβαν το πρόσωπο σου. Έτσι λουσμένη στο φως της Πανσελήνου μου θύμισες της νεράιδες που φανταζόμουνα παιδί όταν άκουγα τα παραμύθια των γιαγιάδων.

Και όπως ήλθες έφυγες. Το ίδιο σιωπηλά και αθόρυβα. Με ένα αέρινο περπάτημα και μια αδιόρατη κίνηση του κεφαλιού για να διώξεις τα μαλλιά από το πρόσωπο σου. Μπήκες στο αυτοκίνητο, με το οποίο προφανώς είχες έλθει, κι εγώ δεν το είχα προσέξει. Για κλάσματα του δευτερολέπτου είδα το πρόσωπο σου. Το είδα πραγματικά; ή νόμισα ότι το είδα; Δεν ξέρω ποιο από τα δυο ισχύει. Ήσουν ίδια η νεράιδα των ονείρων μου και των παιδικών αναμνήσεων μου. Και τώρα μου φεύγεις, πριν προλάβω να σου εκμυστηρευτώ τον έρωτα μου και να σε αποχαιρετήσω με ένα φιλί. Ανεκπλήρωτοι πόθοι. Επιθυμίες που μείναν όνειρα για να με συντροφεύουν στις στιγμές της δικιάς μου μοναξιάς. Αντίο αγάπη μου.


Το πιστόλι με σημαδεύει. Δεν είμαι καλός στο να περιγράφω αμερικάνικα διιηγήματα. Απέχω πολύ από τον Ρέιμοντ Τσάντλερ, αλλά τη σκοτεινή τρύπα της κάνης την είδα, όπως και είδα τη φλόγα μαζί με αυτό που ερχόταν με ταχύτητα στο μέτωπο μου, και προσπαθούσε να σβήσει τον έρωτα μου. Αλλά μπορεί να πεθάνει ο έρωτας;

Τρίτη 24 Ιουνίου 2008

Το Ταξίδι

Το ήξερα ότι ξεκινώντας το ταξίδι από την Αθήνα για τη Θεσσαλονίκη στις 10 η ώρα το βράδυ μιας Δευτέρας του Γενάρη θα ήταν μια οδυνηρή εμπειρία. Ταξίδι και μάλιστα το βράδι σε μια χώρα σαν την Ελλάδα το Χειμώνα δεν είναι και ότι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί. Και όμως το ταξίδι αυτό θα έπρεπε να γίνει οπωσδήποτε, και μάλιστα τη συγκεκριμένη ώρα με τις συγκεκριμένες συνθήκες. Στα δελτία των 8.00 άκουσα για το χιόνι που έπεφτε σε όλη την Ελλάδα. Τι ποιο σίγουρο, ότι αυτό το βράδι θα παρέλυε όλο το οδικό δίκτυο της χώρας. Όμως θα έπρεπε να φύγω. Το αποφάσισα λίγο αργά είναι αλήθεια, αλλά το ζήτημα που με απασχολούσε ήταν θέμα ζωής ή θανάτου. Όχι φυσικού , αλλά ηθικού. Δεν χωρούσε αναβολή. Η όποια αναβολή θα κατέστρεφε το ψυχισμό μου. Και στη κατάσταση που βρισκόμουνα κάθε μία έστω και μικρή αναστάτωση των συναισθημάτων μου θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για μένα.

Το περασμένο βράδι η δίωρη τηλεφωνική συνομιλία μου με τη Τζένη και μάλιστα από κινητό έληξε άδοξα. Η Τζένη μια φιλόδοξη πανεπιστημιακός που κέρδισε κάποια έδρα στο Αριστοτέλειο, μέσα σε μια μέρα εγκατέλειψε τη φωλιά μας στα Εξάρχεια και μετακόμισε στη συμπρωτεύουσα. Ακόμα και σήμερα , ένα μήνα μετά εξακολουθώ να αγνοώ τους λόγους της επιβεβλημένης κατ’ αυτήν ξαφνικής φυγής της. Εξακολουθώ να αγνοώ το πώς και τα γιατί. Ποτέ δεν μπήκε στο κόπο να μου τα εξηγήσει , αλλά ούτε και με είχε προετοιμάσει για τις αποφάσεις της. Δεν ήταν δυνατόν να κέρδισε μια πανεπιστημιακή έδρα χωρίς να τη διεκδικήσει; Το πώς και το πότε τα αγνοώ ακόμα.

Τα ερωτήματα αυτά όμως που με συνθλίβανε ένα μήνα τώρα τα έθεσα χθες στη τηλεφωνική μας επικοινωνία. Είμαι μάλλον δειλό άτομο και ο απρόσωπος και απόμακρος χαρακτήρας ενός τηλεφωνήματος αντικατέστησε την αμεσότητα της προσωπικής επαφής. Μιας επαφής άλλωστε πολύ κοντινής αφού η Τζένη ήταν κοντά μου το σαββατοκύριακο της περασμένης εβδομάδας. Αλλά η έμφυτη δειλία μου και ενδεχόμενα ο ερωτισμός που εξέπεμπε, με αποπροσανατόλισε και με απομάκρυνε από το να αναζητήσω τις απαντήσεις στις ερωτήσεις που δεν έθεσα δια ζώσης. Τα ερωτήματα όμως πολλαπλασιάστηκαν τις μέρες της μοναξιάς μου, γίνανε καταιγίδα και το ξέσπασμα εμφανίστηκε όταν το προσωπείο του δειλού που δεν ντρέπομαι να πω ότι φορούσα μέχρι εκείνη τη στιγμή, κατέπεσε στη διάρκεια ενός τηλεφωνήματος. Ενός τηλεφωνήματος- συνήθειας και όχι ανάγκης.

Τα λόγια που ανταλλάξαμε στο τέλος σκληρά. Μα το θεώρησα άδικο να κριθεί η σχέση μας από κάποια λόγια, έστω και πικρά, κατά τη διάρκεια μιας απρόσωπης επικοινωνίας, μάλλον εγωιστικής στηριγμένης στο αξίωμα δράση-αντίδραση. Μια σχέση οκτώ χρόνων θα ήταν άδικο να έχει ένα τόσο άδοξο και άκομψο τηλεφωνικό φινάλε, αποφάσισα την άλλη μέρα όταν το ξανασκέφτηκα με ηρεμία στη δουλειά μου. Ίσως να έφταιγε η αναβλητικότητα μου, αλλά αυτό θα έπρεπε να το ξεκαθαρίσω στα ίσα. Και το πήρα απόφαση. Ζήτησα άδεια από τη δουλειά μου για την επόμενη μέρα και αναζήτησα εισιτήριο για κάποιες από τις βραδινές ή πρωινές πτήσεις για τη Θεσσαλονίκη. Αλλά στάθηκα άτυχος. Το να ενταχθώ σε κάποιες λίστες αναμονής το θεώρησα μάλλον επικίνδυνο για τη ψυχική μου υγεία. Ούτε το Ιντερσίτι, ούτε το βραδινό τραίνο διέθεταν ελεύθερες θέσεις. Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ είχε ήδη φύγει.

Και νάμαι τώρα λίγο μετά τις 10 το βράδι στην οδό Δροσοπούλου με τη καταρρακτώδη βροχή να λούζει το αμάξι μου και με συντροφιά τους υαλοκαθαρστήρες που αγκομαχούσαν να προσπαθώ να εγκαταλείψω την Αθήνα. Στην Εθνική οδό βρέθηκα γύρω στις 11.00. Οι αμφιβολίες που γεννήθηκαν μέσα μου σε κάθε σταμάτημα στα κόκκινα φανάρια μιας μεγαλούπολης που προσπαθούσε να κοιμηθεί μου δημιούργησαν μια απίστευτη μελαγχολία. Στην Εθνική μάλλον απελευθερώθηκα. Τα κόκκινα φώτα των προπορευόμενων αυτοκινήτων και τα άσπρα αυτών που προσπαθούσαν να με προσπεράσουν μάλλον με ηρέμησαν. Η ταχύτητα σε έναν σχεδόν άδειο αυτοκινητόδρομο με συνήρπασε. Ο σκέτος φραπέ που ήπια πριν φύγω είχε αρχίσει να κάνει τη δουλειά του. Αισθάνθηκα κάποιες στιγμές απελευθέρωσης. Η βροχή που μαστίγωνε τις λαμαρίνες και τα τζάμια του αμαξιού μου με συνάρπαζε.

Δεν κατάλαβα πως ήλθε στο μυαλό μου ένα διήγημα του Ίταλο Καλβίνο που είχα διαβάσει πριν αρκετά χρόνια. «Η περιπέτεια ενός αυτοκινητιστή» θαρρώ πως λεγότανε ή κάπως έτσι. Για κάποιον μεγάλο Μ. σαν κι εμένα που κάποια ίδια μέρα, ίδια ώρα, με ίδιες συνθήκες, σε διαφορετικό όμως τόπο και χρόνο κυνηγούσε σε κάποιο αυτοκινητόδρομο της γειτονικής μεσογειακής Ιταλίας τις εμμονές του. Εγώ έψαχνα τις απαντήσεις στα ερωτήματα μου και ήθελα να τις βρω στο τέλος του ταξιδιού μου. Αλλά θα έπρεπε να τις βρω ρωτώντας κάποιον άλλον. Ήμουνα αλήθεια σίγουρος ότι αυτός ο άλλος, εν προκειμένω , η Τζένη θα είχε τη διάθεση να μου τις δώσει στις τέσσερεις η ώρα το πρωί όταν αγουροξυπνημένη και προφανώς έκπληκτη θα με έβλεπε μπροστά της στην εξώπορτα του διαμερίσματος της στη Καμάρα; Και είμαι και τόσο σίγουρος ότι θα κοιμόταν μόνη της και δεν θα μου άνοιγε τη πόρτα κάποιος περίεργος μουστακαλής φορώντας μόνο το σλιπάκι του;

Σκεπτόμενος αυτά άρχισα να αισθάνομαι λίγο αστείος. Μήπως θα έπρεπε να τη πάρω τηλέφωνο και να τη προειδοποιήσω για τη ξαφνική εμφάνιση μου; Αλλά πως και μετά από αυτά που ανταλλάξαμε στο χθεσινό τηλεφώνημα; Μόνο η έκπληξη από την ξαφνική και απροειδοποίητη παρουσία μου θα μπορούσε να τις γεννήσει κάποια ψήγματα ανυπόκριτης συμπεριφοράς. Αλλά πάλι αν τη θεωρούσα τόσο υποκρίτρια τι γύρευα τα μεσάνυχτα στην Εθνική οδό να ταξιδεύω με τέτοιο καιρό ; Μήπως τελικά οι εμμονές μου με κατάντησαν τόσο αστείο στα όρια της γελοιότητας;

Στη Μαλακάσα οι νιφάδες του χιονιού αντικατέστησαν απότομα τις σταγόνες της βροχής. Δεν έβλεπα πλέον ούτε κόκκινα ούτε άσπρα φώτα. Στη λωρίδα έκτακτης ανάγκης το χιόνι είχε εγκατασταθεί για τα καλά στην άσφαλτο. Παρασυρμένος από τις σκέψεις μου είχα ξεχάσει να βάλω μουσική στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου μου. Άνοιξα το ραδιόφωνο και έπιασα τον πρώτο σταθμό που βρήκα. Η νοσταλγική βαθιά φωνή του Νάτκιν Κόουλ πλημμύρισε το περιορισμένο χώρο μου. Το χιόνι άρχισε να πυκνώνει. Σκέφτηκα να σταματήσω στο Σείριο, αλλά τον προσπέρασα χωρίς να προλάβω να ολοκληρώσω τις σκέψεις μου. Είχα παρασυρθεί όλη την ημέρα από τα θλιβερά οράματα μου και όταν πήρα τις αποφάσεις μου είχα ξεχάσει τα αυτονόητα. Που πάω τέτοια ώρα με τέτοιο καιρό χωρίς αλυσίδες;

Το να γυρίσω πίσω δεν ήταν και τόσο απλό. Έχοντας φυλακισμένη τη ψυχή μου θα ήταν επώδυνο και βασανιστικό. «Η περιπέτεια ενός χιονοδρόμου» σκέφτηκα. Πάλι ο Καλβίνο μπροστά μου. Προσπέρασα αφήνοντας αριστερά μου τα φώτα της Θήβας και ανέβαινα τις στροφές της Υλίκης. Άρχισα να αισθάνομαι το αυτοκίνητο να μην με υπακούει . Το χιόνι πλέον κάλυπτε ολόκληρη την άσφαλτο και στα δύο ρεύματα της Εθνικής. Το προστατευτικό διάζωμα στη μέση αποτελούσε τη μοναδική παρέα μου και το μοναδικό σημάδι που μου έδειχνε τη διαδρομή. Δήμος Οπουντίων, Μαρτίνο, Λάρυμνα η πινακίδα και το αυτοκίνητο μην υπακούοντας με, βρέθηκε ακυβέρνητο να συγκρούεται στη πλαϊνή προστατευτική μπάρα. Ευτυχώς η σύγκρουση δεν ήταν σφοδρή, αλλά βρέθηκα με το κεφάλι στο τιμόνι. Το μπαλόνι που κρυβόταν μέσα του και φούσκωσε ξαφνικά με τύλιξε σαν ένα αποκρουστικό χταπόδι. Οι θόρυβοι από τις λαμαρίνες που τσαλακώνονταν αναμιγνύονταν με τα γκαπ γκουπ που άκουγα και προέρχονταν από το πάτο του αμαξιού μου.

Άργησα να σταματήσω τελείως ή μπορεί να μου φάνηκαν αιώνας τα ενδεχομένως δευτερόλεπτα της συμφοράς μου. Η απλή χιονόπτωση είχε γίνει χιονοθύελλα πλέον. Οι νιφάδες άρχισαν να εισχωρούν απειλητικές στο εσωτερικό του αυτοκινήτου από το σπασμένο παμπρίζ. Ένας τελευταίος βρυχηθμός της ταλαιπωρημένης μηχανής του αμαξιού μου και μετά η απόλυτη σιωπή. Εκτός και αν θα μπορούσα να ακούσω το θόρυβο των νιφάδων που έσκαγαν πάνω μου. Τις αισθάνθηκα ‘όμως να με κοροϊδεύουν , τις άκουσα να γελούν με τη κατάντια μου.

Και τότε χτύπησε το κινητό μου. Δεν το κατάλαβα αμέσως. Πάνω στην απόγνωση μου το κοίταξα με φανερή έκπληξη αδυνατώντας να καταλάβω τι είναι αυτό που κουδουνίζει τόσο επίμονα. Πάνω στη σύγχυση μου απάντησα αυθόρμητα χωρίς να δω ποιος με καλεί. «Γιώργο η Τζένη είμαι. Που είσαι; Είμαι δύο ώρες τώρα έξω από το σπίτι σου στη Ζωσιμαδών και σε περιμένω μέσα στο κρύο και τη βροχή. Είσαι καλά; Πότε θα έρθεις;»

Υ.Γ. Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλους τους Γιώργους αυτής της χώρας, που κυνηγώντας χίμαιρες χάνουν τα αυτονόητα.

Σάββατο 17 Μαΐου 2008

Η νεράιδα και ο λύκος

Ένα οικολογικό παραμύθι για μεγάλα παιδιά

Μια φορά κι ένα καιρό, στο ποταμάκι του δάσους κοντά στις πηγές του, ζούσε μια φευγάτη νεράιδα, λίγο αχυρόμυαλη, λίγο ανέραστη, αλλά πολύ αφελής. Η αφέλεια της αποτέλεσμα μιας μη ελεγχόμενης καλοσύνης εκδηλωνόταν σε κάθε περίσταση και σε κάθε κάτοικο ή επισκέπτη του δάσους ζωντανό ή μη. Λειτουργούσε περισσότερο σαν αδέσποτη ύπαρξη παρά σαν το ξωτικό που λειτουργεί με κανόνες έστω μεταφυσικούς. Η αγαθιάρα νεράιδα με το μαγικό ραβδάκι της αντί να στέλνει τα αστεράκια, μεταμορφώνοντας ή σώζοντας ψυχές όπως στα άλλα παραμύθια αυτή προτιμούσε να τα σκορπά παίζοντας στο ποτάμι. Τα έβλεπε να γυαλίζουν στο νερό και να βυθίζονται μέσα του. Πόσες καλές πράξεις αλήθεια σβήστηκαν στο βάθος του νερού: Πόσες φορές αυτές οι μικρές φωτιές έγιναν μεγάλες όταν η μικρή μας νεράιδα έπαιζε με τα αστεράκια της μακριά από το νερό;

Να φανταστείτε ότι όταν η κακιά γιαγιά της κοκκινοσκουφίτσας αποφάσισε να χτίσει το αυθαίρετο σπίτι της στο δάσος η νεράιδα του παραμυθιού μας τη βοήθησε να το ολοκληρώσει κόβοντας δένδρα και μεταφέροντας της υλικά από το ποτάμι. Αφήστε που έπεισε τη κοκκινοσκουφίτσα ότι ένας κακός λύκος , ο οποίος στη πραγματικότητα προσπαθούσε να σώσει το δάσος είχε προσπαθήσει να φάει τη γιαγιά της. Τις προάλλες υποκαθιστώντας το φίδι ενός άλλου παραμυθιού έπεισε τη Χιονάτη να φάει ένα μήλο που της έκατσε στο λαιμό, μόνο που η Χιονάτη στη συνέχεια βρήκε το Παράδεισο στο πρόσωπο του πριγκηπόπουλου αντί να τον χάσει όπως η Εύα. Για το δράμα της Εύας, η νεράιδα μας, όλως παραδόξως δεν φέρει καμιά ευθύνη. Αλλά εξαργυρώνεται με κάτι ο πόνος και η θλίψη των επτά νάνων για το διάστημα που η Χιονάτη βρέθηκε στην ιδιότυπη νεκροφάνεια της; Για την προσφορά της βέβαια αυτή τιμήθηκε από το Ελληνικό Υπουργείο Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων έργων. Στη σεμνή τελετή στην οποία παραβρέθηκε και ο ίδιος ο Υπουργός και πατριώτης της, η ίδια έλαμψε δια της απουσίας της.

Ήταν μια ιδιαίτερη μέρα ή έτσι φαινόταν τουλάχιστον στην αρχή της. Ο ήλιος έλαμπε ποιο ζωηρός από ότι συνήθως, τα πουλιά κελαηδούσαν με μεγαλύτερη θέρμη, τα δέντρα ήταν ποιο πράσινα και το νερό στο ποτάμι ποιο καθαρό. Τα ζώα του δάσους σαρκοφάγα και φυτοφάγα μαζί χαριεντίζονταν και ερωτοτροπούσαν δίπλα στο νερό. Η νεράιδα του παραμυθιού μας καθόταν στην όχθη του ποταμιού και απολάμβανε την ομορφιά της στον καθρέπτη των νερών. «Καθρέπτη καθεπτράκι μου είναι καμία ομορφότερη από μένα;». Αλλά δεν περίμενε να ακούσει απάντηση. Μπορεί και να μην την ήθελε. Μπορεί να ήθελε να παραμείνει ένα ανυποψίαστο μηδενικό χωρίς προβληματισμούς , οράματα και στόχους. Μπορεί να περιφρουρούσε τον ιδιωτικό της χώρο και να μην επέτρεπε ξένες παρεμβάσεις σε αυτόν. Όλα για αυτήν ήταν θέμα στιγμής. Το αύριο δεν την απασχολούσε, αλλά ούτε και το τώρα. Και οι συγκρίσεις φέρνουν προβληματισμούς. Φέρνουν αξιολόγηση, λογοδοσία και έλεγχο και μάλλον υπονοούν κάτι πολύ κακό με κέρδος το τίποτα, όπως ενδόμυχα πίστευε.

Και τότε άρχισε να κλαίει. Με ένα κλάμα γοερό που φανέρωνε πόνο και θλίψη. Ένα κλάμα χωρίς αίτιο και αιτιατό. Ένα κλάμα χωρίς δάκρυα. Σε τίποτε δεν μπορούσε να την επηρεάσει η γιορτή της φύσης που μόλις είχε αρχίσει. Όλα τα στοιχεία της φύσης γιόρταζαν σήμερα, αλλά η χαρά τους δεν την άγγιζε. Ένοιωθε ξένη με το περιβάλλον, ήθελε να ξεφύγει, αλλά να πάει που; Μήπως ήξερε τι υπήρχε πέρα από το δάσος; Η ζωή για αυτήν άρχιζε και τελείωνε εκεί. Τουλάχιστον η κοκκινοσκουφίτσα ζούσε στο χωριό έξω από το δάσος. Η βροχή των συναισθημάτων πίκρας που την έλουσε ξαφνικά μετατράπηκε σύντομα σε καταιγίδα πόνου. Δεν ήξερε τι έπαθε, αλλά δεν την απασχολούσε και το γιατί. Δεν θέλω να ζήσω άλλο φώναξε δυνατά. Δεν θέλω να ζήσω άλλο όπως ζω σήμερα.

Η φωνή που ακούστηκε πίσω της λίγο απόκοσμη, λίγο γλυκιά, μάλλον βροντερή αλλά πολύ ευγενικιά διέκοψε τον θλιμμένο μονόλογο της. «Συγνώμη παρότι σέβομαι την ιερότητα της μοναξιάς σου, διαφωνώ με το συμπέρασμα του διαλογισμού σου, αν είσαι σε θέση να το συζητήσουμε στη διάθεση σου» της είπε ο λύκος που την είχε πλησιάσει από πίσω , αλλά όχι ύπουλα και ούτε με κακή διάθεση. «Υπάρχει αντικειμενική αλήθεια; ή η αλήθεια είναι υποκειμενική συνέχισε χωρίς να περιμένει την άδεια της. Τι κρύβεται πίσω από τις λέξεις που εκστομίζουμε με περισσή ευκολία , αλλά με πολύ λίγη σκέψη;» Η νεράιδα ξαφνιασμένη γύρισε πίσω και αντίκρισε τον περήφανο μοναχόλυκο του δάσους να τη πλησιάζει. Της άρεσε η συντροφιά του αν και συναντιόντουσαν πολύ σπάνια. Ήλθε και ξάπλωσε δίπλα της. Το νερό αγκάλιασε τα πίσω πόδια του και την ουρά του. Τα μάτια του γυάλιζαν όχι από κακία , αλλά από οξυδέρκεια και στοχασμό, ότι ακριβώς έλλειπε από εκείνη. Αυτά τα μάτια τη συγκλόνιζαν και την οδηγούσαν στα μονοπάτια των ονείρων. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι την επηρέαζε. Η αρσενική ή η ζωώδης κυριαρχία.

Μα και ο λύκος έβρισκε σε αυτήν έναν υπομονετικό , αλλά και όμορφο ακροατή των προβληματισμών του, που η αφέλεια της ενέτεινε τη πνευματική γυμναστική του. Αλλά όχι μόνο για αυτόν, αλλά και για εκείνη που τις προσφέρονταν, στις λίγες στιγμές που ήταν μαζί, κάποιες έστω και πρόσκαιρες αναλαμπές στο νου της. Σε άκουσα να αρνείσαι τη ζωή, της είπε με καλοσύνη, γιατί; Τι νομίζεις ότι σου λείπει; Και γιατί δεν ψάχνεις να το βρεις για να συμπληρώσεις τη ζωή σου αντί να την απεμπολείς με αυτό τον τρόπο, χωρίς έστω μια μικρή προσπάθεια; Το νερό στο ποτάμι όταν βρει εμπόδιο , αλλάζει κατεύθυνση και πολλές φορές όταν τα εμπόδια είναι πολλά και δύσκολα, επαναστατεί και πλημμυρίζει. Δεν χάνεται ποτέ και το ποτάμι δεν στερεύει. Η ζωή μας δεν καθορίζεται από το υστέρημα του ψυχισμού μας, αλλά από το περίσσευμα της πνευματικής μας δύναμης.

Η μικρή νεράιδα δεν του απάντησε αμέσως. Χάθηκε στις σκέψεις της. «Μα εγώ είμαι νεράιδα, ένα ξωτικό, χωρίς ξεκάθαρο σκοπό ύπαρξης και προορισμό. Όσο στο χωριό δεν υπήρχαν εφημερίδες και τηλεόραση κάτι θα μπορούσα να προσφέρω κι εγώ στα μικρά παιδιά. Τώρα όμως;» του είπε με πίκρα. «Πάντα υπάρχει κάτι που μπορείς να προσφέρεις. Εσύ μπορείς να γίνεις άνθρωπος και διαμαρτύρεσαι, ενώ εγώ πάντα όμως θα παραμείνω λύκος και δεν μετανιώνω για αυτό. Λειτουργείς με το εγώ σου και όχι με το εμείς. Η φύση είμαστε εμείς. Τα ζώα, τα πουλιά, τα φυτά, οι άνθρωποι και τα ξωτικά. Γεννήθηκες από τη φαντασία των ανθρώπων και ανήκεις σε αυτούς. Εγώ όμως;»

Μα όπως λες , του απάντησε, κι εσύ σαν μέλος της φύσης θα πρέπει να είσαι ισότιμος με τους ανθρώπους. Πρόσεξε, της είπε, ποια είναι η διαφορά μου με τους ανθρώπους. Πες ότι έρχεται εδώ δίπλα μας ένας άνθρωπος και βάζεις απέναντι μας τα τρία γουρουνάκια από τη μία πλευρά και ένα τόνο χρυσάφι από την άλλη. Για πες μου τι θα διάλεγα εγώ και τι ο άνθρωπος; Λες να προτιμούσα εγώ το χρυσάφι και ο άνθρωπος τα γουρουνάκια; Ο προορισμός του καθένα μας είναι προδιαγεγραμμένος από τη μητέρα φύση. Το ζητούμενο για αυτήν είναι η ισορροπία. Οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνει ο καθένας μας εξαρτώνται από τον αυτοσεβασμό μας και τον σεβασμό των άλλων και η επαλήθευση της εφαρμογής τους καθορίζουν το μέγεθος της συνέπειας μας. Οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο ιδεατό και το εφικτό είναι πολύ λεπτές για εμάς τους λύκους. Δυστυχώς για τους ανθρώπους το χρυσάφι τις έχει παχύνει αρκετά.

Μάλλον σε μια σπάνια έκρηξη ευφυΐας η νεράιδα αναρωτήθηκε μονολογώντας, αλλά μάλλον απευθυνόμενη στο λύκο: Μα δεν θέλω να γίνω άνθρωπος. Οι άνθρωποι με αιχμαλώτισαν και με κρατούν δέσμια στη φυλακή της φαντασίας τους, για να με χρησιμοποιούν σαν άλλοθι στα πρώτα στάδια της ζωής τους πριν αλλοτριωθούν τα άδολα όνειρα της παιδικής τους ηλικίας. Σίγουρα έχεις δίκιο, την διέκοψε ο λύκος. Άλλωστε η πράξη δεν διαφωνεί μαζί σου. Και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Η ξεδιάντροπη χειραγώγηση του ανθρώπου σε κάθε τι που ξεπερνά τα στενά όρια του βραχυπρόθεσμου συμφέροντος του, τον οδηγεί δυστυχώς στη μοίρα τη δικιά μας. Είμαι μόνος χωρίς αγέλη και δίχως παρέα από όμοιους μου και τώρα κάθομαι και συζητώ με τα ξωτικά του δάσους. Ο κοινωνικός εφησυχασμός τους έχει εξαρθρώσει. Όταν ο άνθρωπος το καταλάβει αυτό θα είναι αργά. Τελικά δεν διαφωνώ μαζί σου για τη τελευταία σου θέση και σε δικαιολογώ απόλυτα που δεν θέλεις να γίνεις άνθρωπος. Οι εμπειρίες που βιώνουμε στο δάσος, μας μαθαίνουν να λειτουργούμε μαθησιακά σε αυτή τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής μας.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Κανένας από τους δυο τους δεν φάνηκε να το έχει καταλάβει. Είχαν σταματήσει από ώρα τη κουβεντούλα και απολάμβαναν την συνύπαρξη των σιωπών τους. Η νεράιδα συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι εδώ και πολύ ώρα το χέρι της χάιδευε το πυκνό σκούρο καφέ, κοκκινωπό τρίχωμα του λύκου, ενώ κρατούσε το μαγικό ραβδάκι της. Μέσα στο σούρουπο ο λύκος πλημμύρισε από τα αστεράκια που εκτοξεύονταν από αυτό. Όταν αυτά ανέβηκαν στον ουρανό για να αντικαταστήσουν τον ήλιο στο πόστο του ο περήφανος μοναχόλυκος του δάσους είχε μεταμορφωθεί σε βασιλιά.

Υ.Γ.1 Ο προσεκτικός αναγνώστης θα διακρίνει στο παραμύθι έναν υποβόσκοντα ρατσισμό και θα έχει δίκιο. Πλην όμως θα πρέπει να αναρωτηθεί πόσες φορές τον συνάντησε και σε πολύ χειρότερη μορφή στη ζωή του και πως αντέδρασε πέραν από τις κατάρες και τα ευχολόγια που ξεστόμισε ξαπλωμένος αναπαυτικά στο καναπέ του σαλονιού του. Προσπαθώ με τον τρόπο μου να αφυπνίσω συνειδήσεις.

Υ.Γ.2 Η σύλληψη της ιδέας για το παραμύθι έγινε κάποια στιγμή της επιχείρησης καθαρισμού του Υμηττού, την ώρα που κουβαλούσα σακούλες με σκουπίδια με το ποδήλατο μου. Η ιδέα ωρίμασε στο παλιό λιμάνι των Χανίων και η συγγραφή ξεκίνησε στη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας. Συνεχίστηκε στη Πύλο με παρέα ένα ονειρικό ηλιοβασίλεμα με τον ήλιο να σβήνει πίσω από τη Σφακτηρία χαρίζοντας ρόδινες αποχρώσεις στον ουρανό και το νησί, και στο Αθλητικό Κέντρο Χολαργού στο λόφο του Τσακού παρέα με παιδιά που γυμνάζονταν. Ολοκληρώθηκε σπίτι μου παρέα με τη νεράιδα της ζωής μου ακούγοντας μουσική.

Υ.Γ.3 Το παραμύθι είναι αφιερωμένο στο μοναχόλυκο Βόρα που ζει στο Περιβαλλοντικό κέντρο του ΑΡΚΤΟΥΡΟΥ στην Αγραπιδιά Φλώρινας

Τετάρτη 14 Μαΐου 2008

Προσωπικότητα της Χρονιάς 2007 ο Νικήτας Λιοναράκης



Προσωπικότητα της Χρονιάς 2007 - Ηλεκτρονική Ψηφοφορία


H διαδικασία της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας του Ελληνικού Κέντρου Προώθησης του Εθελοντισμού "anthropos.gr" "ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ 2007" για την ανάδειξη ενός ενεργού πολίτη και ενός δημοσιογράφου με αξιόλογη δράση σε θέματα που άπτονται των ΜΚΟ και του εθελοντισμού έχει ολοκληρωθεί. Ο κ. Νικήτας Λιοναράκης, δημοσιογράφος, πρώην διευθυντής των περιφερειακών σταθμών της ΕΡΑ, της ΕΡΑ 1 και της ΕΡΑ 2 και ηγετική μορφή της Συντονιστικής Επιτροπής της «Καμπάνιας των 800 ΜΚΟ για το Σύνταγμα», ο οποίος έφυγε από την ζωή στις 10 Οκτωβρίου 2007, αναδείχθηκε ο «ενεργός πολίτης της χρονιάς 2007» ενώ ο κ. Γεώργιος Αυγερόπουλος, δημιουργός της σειράς ντοκιμαντέρ Εξάντας, αναδείχθηκε ο «δημοσιογράφος της χρονιάς 2007», σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας του Ελληνικού Κέντρου Προώθησης του Εθελοντισμού "anthropos.gr". Η Ειδική Τελετή για την παράδοση των βραβείων θα λάβει χώρα το προσεχές διάστημα. Τα αποτελέσματα προέκυψαν κατά το 60% από τις ψήφους των επισκεπτών της ηλεκτρονικής σελίδας του Ελληνικού Κέντρου Προώθησης του Εθελοντισμού "anthropos.gr" και κατά 40% από τις ψήφους επιτροπής που αποτελείται από τους νικητές της περσινής χρονιάς κο Κούλογλου Στέλιο, κα Κόλλια Βάσω, κο Μπακογιάννη Ευθύμη και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Ελληνικού Κέντρου Προώθησης του Εθελοντισμού "anthropos.gr" κο Πιτσούλη Νικόλαο, κο Χαλκό Παναγιώτη, κο Βουδούρη Οδυσσέα, κο Δημοσθένους Γεώργιο, κα Μπούρα Γιούλα. Ο περσινός νικητής στην κατηγορία «Δημοσιογράφος της Χρονιάς», κος Στέλιος Κούλογλου ψήφισε λευκό και κατά συνέπεια η ψήφος του δεν καταμετρήθηκε.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

ΗΜΕΡΑ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΜΗΤΤΟ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ


Ο Χολαργός , η πόλη μας διαθέτει ένα μεγάλο προνόμιο τον Υμηττό. Το Βουνό της περιοχής μας που παραμένει αναξιοποίητο για τους πολίτες και κινδυνεύει. Το λειτουργικό Πάρκο Πόλης, όπως πολλοί έτσι το ονειρευόμαστε , καταφέραμε με την ανοχή και την αδράνεια μας να το μετατρέψουμε σε αποθήκη κάρβουνου, μπάζων και σκουπιδιών.
Εμείς οι εντατικοποιημένοι άνθρωποι της πόλης , οι τόσο στερημένοι, και συνάμα εξαρτημένοι από το άγχος και το τσιμέντο , πρέπει να αναδείξουμε τις ευαισθησίες μας, τον ρομαντισμό μας και την αγάπη μας προς την φύση . Άλλωστε αυτό που ξεχνάμε όλοι είναι ότι και μείς οι άνθρωποι είμαστε μέρος της φύσης.

Η αγάπη μας προς τον Υμηττό , πρέπει να εκδηλώνεται με την ενεργή συμμετοχή μας, σε ότι αφορά εθελοντικές δράσεις στο βουνό μας, είτε αγωνιζόμενοι για τη διαμόρφωση σωστών νομικών πλαισίων, είτε τρέχοντας, είτε πεζοπορώντας στα μονοπάτια του, ώστε να ξαναβρούμε στην φύση τις χαμένες ευαισθησίες και τα παιδικά μας όνειρα και παράλληλα να γίνουμε η ζωντανή ασπίδα προστασίας του.

Παράλληλα θα πρέπει να συμμετέχουμε σε δράσεις, όπως έγινε τη Πρωτομαγιά που οι εθελοντικές οργανώσεις της περιοχής μας (ο Χώρος Πολιτών Χολαργού, ο Σύλλογος Χολαργιωτών για τον Πολιτισμό και το Περιβάλλον, ο Α.Σ. ΦΛΟΓΑ Χολαργού και το Δίκτυο Αυτοοργάνωσης Πολιτών Χολαργού) πραγματοποίησαν μεγάλη επιχείρηση καθαρισμού του βουνού. Δεν αρκεί μόνο να σχολιάζεις από το καναπέ και να γκρινιάζεις στο καφενείο, αλλά σαν πολίτης θα πρέπει να παίρνεις τις τύχες στα χέρια σου.

Αντιγράφω από τη διακήρυξη της οργανωτικής επιτροπής των «Δρόμων του Βουνού», που πραγματοποιούνται κάθε χρόνο στον Υμηττό και συμμετέχει σε αυτή και τμήμα των εθελοντικών οργανώσεων που πραγματοποίησε τον καθαρισμό. «Είναι πλέον κοινή παραδοχή πως η σύγχρονη πόλη, έχει καταστεί δυνάστης του ανθρώπου. Βιώνουμε καθημερινά ένα εχθρικό όσο και απάνθρωπο περιβάλλον.»

Η λέξη πολιτισμός - παράγωγο της λέξεως πόλης - φαίνεται να μην έχει πια καμιά σημασία και αξία. Υλικά επικίνδυνα για την υγεία του ανθρώπου συσσωρεύονται στη μεγαλούπολη της Αθήνας. H μόλυνση, ο θόρυβος, η έλλειψη πρασίνου είναι πλέον μάστιγες για την εποχή μας. Κοντά σ' αυτά ένα τελευταίο γεγονός, αυτό της κατάκαυσης των δασών του λεκανοπεδίου, εντείνει δραματικότερα το ήδη βεβαρημένο περιβάλλον της Αθήνας. Η Πάρνηθα, η Πεντέλη, ο Υμηττός τα πανάρχαια φυσικά πεδία χλωρίδας και πανίδας καταστρέφονται ασύστολα και ανεπίστρεπτα με την αλόγιστη επέμβαση του ανθρώπου.

Εμείς, οι πολίτες πρέπει να θεωρήσουμε κύρια υποχρέωσή τη δυναμική παρέμβαση μας και να ορθώσουμε φραγμό στα σχέδια που εξυφαίνονται ερήμην μας με σκοπό την κακοποίηση της φυσικής και ψυχικής μας υγείας. Εμείς οι εθελοντές μέλη και φίλοι των οργανώσεων που συμμετείχαν στο καθαρισμό, ως άνθρωποι της δράσης, της αγάπης για την φύση, του σεβασμού του περιβάλλοντος, αναγγέλλουμε ότι ένα ιστορικό βουνό της Αττικής, ένα χιλιοτραγουδισμένο όρος, ο Υμηττός πρέπει τώρα όχι μόνο να προστατευθεί αλλά και να αναδείξει την πρωτεύουσα αξία και σημασία του.

Οι συμμετάσχουσες στο καθαρισμό οργανώσεις δεσμεύθηκαν να επαναλάβουν το εγχείρημα του καθαρισμού με τη συμμετοχή και των υπόλοιπων ΜΚΟ και των άλλων φορέων των πολιτών του Χολαργού το συντομότερο δυνατόν και να το επαναλαμβάνουν ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Η επιλογή της ημέρας για το καθαρισμό (Πρωτομαγιά) δεν έγινε τυχαία και δυστυχώς δικαιώθηκε από τα γεγονότα. Αν όλοι αυτοί που συμμετείχαν από «παράδοση» στις συγκεντρώσεις (;;) της Πρωτομαγιάς στο κέντρο της Αθήνας συμπεριφερόμενοι ως χούλιγκανς, μάζευαν έστω και ένα σκουπίδι ο καθένας από τα βουνά της Αθήνας, δεν θα έκαναν τη ζωή μας ποιο όμορφη; Μήπως οι πολίτες δεν θα πρέπει να ανατρέχουν πλέον στο νοσταλγικό αρχαϊσμό των κομμάτων και των κομματικών συνδικαλιστικών οργανώσεων και να πάρουν τις τύχες στα χέρια τους;

Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
απελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

Έγραψε με το αίμα του στο κελί της φυλακής ο μεγάλος ήρωας και οραματιστής Αλέξανδρος Παναγούλης, στη μνήμη του οποίου ανήμερα του χαμού του, αφιερώσαμε την επιχείρηση καθαρισμού του βουνού. Γεια σου φίλε Αλέκο, όπου κι αν βρίσκεσαι εκεί ψηλά. Πιστεύω να καμαρώνεις για τον αγώνα που κάνουν οι επίγονοι σου. Τα δάκρυα στα μάτια μας δεν θα αποτελέσουν ποτέ απελπισιάς σημάδια. Αυτό μονάχα μπορούμε να σου υποσχεθούμε. Οι πράξεις σου και η ποίηση σου θα μας οδηγούν στους νέους αγώνες.

Βίντεο από τη δράση στο: http://www.skai.gr/master_avod.php?id=80248

Τρίτη 29 Απριλίου 2008

ΩΡΑ ΔΡΑΣΗΣ

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΛΕΚΟΥ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ
Ο Χώρος Πολιτών Χολαργού, ο Σύλλογος Χολαργιωτών για τον Πολιτισμό και το Περιβάλλον, ο Α.Σ. ΦΛΟΓΑ Χολαργού και το Δίκτυο Αυτοοργάνωσης Πολιτών Χολαργού
ΚΑΛΟΥΜΕ
Όλους τους πολίτες της περιφέρειας του Υμηττού, την Πέμπτη 1η Μάη 2008 και ώρα 10.00, στην οδό Ναυαρίνου «Ανοιχτό γήπεδο μπάσκετ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ», για να καθαρίσουμε το δάσος μας.
Τηλ. Επικ. 6946505815 και 6942496406